Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφημερίδα ΠΡΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφημερίδα ΠΡΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/7/14

"Εργατικός Αγώνας": Μια νέα κομμουνιστική κίνηση

Μία ακόμη πολιτική κίνηση κομμουνιστικής προέλευσης συγκροτήθηκε υπό την επωνυμία "Κίνηση Κομμουνιστών - Εργατικός Αγώνας".  Τα μέλη της κίνησης, διαγραφέντες και αποχωρήσαντες απ' το ΚΚΕ, πραγματοποίησαν στην Αθήνα πανελλαδική σύσκεψη στην οποία αποφάσισαν τη δημιουργία πολιτικής κίνησης και εξέδωσαν πολιτική διακήρυξη, για να εκθέσουν τις αρχές και τους σκοπούς τους.

Η νέα πολιτική κίνηση είναι καλοδεχούμενη στο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς.  Μπορεί να συμβάλει στο επιχείρημα και την ανάγκη της νέας κομμουνιστικής Αριστεράς των καιρών μας, υπερβαίνοντας όμως το μοντέλο του γραφειοκρατικού, δογματικού, σεχταριστικού κομμουνιστικού κόμματος που εκπροσωπεί το ΚΚΕ.  Το κομμουνιστικό κόμμα γραφειοκρατικού τύπου δεν είναι συνέχεια του λενινιστικού κομμουνιστικού κόμματος αλλά εκφυλισμός του.  Το κόμμα του Λένιν ερμήνευε συγκεκριμένα και δημιουργικά την πραγματικότητα, και με την Οκτωβριανή Επανάσταση απέδειξε ότι η επανάσταση δεν είναι θεωρητική αλλά πραγματική δυνατότητα.  Στα χνάρια της Παρισινής Κομμούνας εγκαθίδρυσε την εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου), με σπέρματα αυτοδιεύθυνσης της εργατικής τάξης, εφάρμοζε την ενότητα αντίληψης και δράσης του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού με σεβασμό και ισότιμη προβολή των διαφορετικών απόψεων (πλατφόρμες), αναζητούσε συμμαχίες και μέτωπα (κυβερνητικής συνεργασίας με τους αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες), δεν ήταν εχθρικό στην ύπαρξη και δράση άλλων κομμάτων.  Βέβαια, η αδυσώπητη πάλη κατά της αντεπανάστασης οδήγησε στον περιορισμό της ανθοφορίας της ανέκδοτης εργατικής δημοκρατίας.

Η επικράτηση της σταλινικής τάσης στην εσωκομματική διαπάλη και η συμμαχία της με την υπαρκτή αλλά όχι κυρίαρχη ακόμη γραφειοκρατία εμπόδισε το κόμμα ν' αποτελέσει τον κυματοθραύστη της νεοπλασίας, οδήγησε στον εκφυλισμό του κόμματος και της επανάστασης.  Τα κομμουνιστικά κόμματα υιοθέτησαν το γραφειοκρατικό υπόδειγμα της ΕΣΣΔ.  Ωστόσο παρά το γραφειοκρατικό κέλυφος το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα με άσβεστη επαναστατική φλόγα υπήρξε πρωτοπόρα δύναμη στους εργατικούς, επαναστατικούς αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.  Αυτό ισχύει φυσικά και για το ΚΚΕ.  Στις γραμμές του, παρά τον σεχταριστικό και ρεφορμιστικό κατήφορο της ηγεσίας του, υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις που διαφωνούν με την πολιτικής της.

Το επίδικο όμως είναι ο χαρακτήρας και ο πολιτικός προσανατολισμός των διαφωνούντων.  Κατά τη γνώμη μας, αυτή η πολιτική διαφωνία δεν γονιμοποιείται θετικά για το κίνημα όταν,

πρώτο, πρυτανεύει ο διάχυτος στο ΚΚΕ κομματικός πατριωτισμός και οι διαφωνούντες παθητικοποιούνται, χωρίς να εκφράζουν πολιτικά με τη μια ή την άλλη μορφή τη διαφωνία τους.

Δεύτερο, όταν διαφωνούντες αποχωρούν απ' το ΚΚΕ αλλά απενεργοποιούνται πολιτικά και αυτοτιμωρούνται με "κατ' οίκον εγκλεισμό".

Τρίτον, όταν τρέπονται, αποχωρώντας ή όχι, προς ρεφορμιστικές ατραπούς, παρασυρόμενοι από μαυλιστικές σειρήνες άμεσων και εύκολων λύσεων.

Τέταρτον, αν οι διαφωνούντες παραμένουν επ' αόριστον στο ΚΚΕ, προσβλέποντας στην ανατροπή συσχετισμών και γραμμών.  Στόχευση ουτοπική ουσιαστικά, αφού η κυρίαρχη γραφειοκρατία στεγανοποιεί το κόμμα απ' τη διακίνηση διαφορετικών απόψεων, διαγράφει για ψύλλου πήδημα, αναπαράγεται με ομοιότυπους κλώνους.

Πέμπτον, όταν οι διαφωνούντες αποχωρούν απ' το ΚΚΕ, χωρίς να συγκροτούν όμως μιαν αυτόνομη πολιτική συμβολής στη συγκρότηση του κομμουνιστικού υποκειμένου, που επιτακτικά απαιτεί η εποχή μας, εποχή περάσματος απ' τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.  Αντίθετα, εγκλωβίζονται σε μια συντηρητική  και αδιέξοδη λογική επανόρθωσης της γραμμής του ΚΚΕ, αποκατάστασης της ιδεολογίας του, την οποία απλώς έχει αλλοιώσει η ηγετική του ομάδα.  

Οι σύντροφοι του "Εργατικού Αγώνα" αναφέρουν χαρακτηριστικά:  "Οι κομμουνιστές που θέλουν το κόμμα τους όπως το γνώρισαν..." θεωρούν λάθος "την προώθηση αριστερών, αντικαπιταλιστικών μετώπων, χωρίς την ύπαρξη μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος και τον καθοδηγητικό του ρόλο που θα κατακτιέται συνεχώς".  Επισημαίνοντας ότι σήμερα είναι όσο ποτέ επιτακτική η ανάγκη μαζικού και ισχυρού μαρξιστικού λενινιστικού κόμματος ερωτούν και απαντούν:  "Ποιες δυνάμεις, θα πάρουν την πρωτοβουλία;  Λύση ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει έξω απ' τους κομμουνιστές και το ΚΚΕ, το πρόβλημα του οποίου έγκειται κυρίως στην πολιτική, στην αλλοίωση της ιδεολογίας του και φυσικά στην ηγετική του ομάδα".  Αλλού διευκρινίζουν:  "Είναι καθήκον (σ.σ.: το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα) πρωτίστως των μελών, των οπαδών και φίλων του ΚΚΕ.  Όχι όμως μόνο αυτών.  Για τη λύση του προβλήματος αυτού αγωνιούν, σκέφτονται και προβληματίζονται χιλιάδες αριστεροί, χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές". 

Ο "Εργατικός Αγώνας" αναγνωρίζει την ανάγκη κομμουνιστικού κόμματος, που θα μελετάει τη σύγχρονη πραγματικότητα και θα γενικεύει μέσα από αυτή αντί να την προσαρμόζει  σε προηγούμενα σχήματα και γενικεύσεις, που θα προωθεί την ενότητα της εργατικής τάξης που δεν θα λειτουργεί σαν σεχταριστικός φορέας.  Αυτές όμως οι θέσεις και η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της εποχής απαιτούν νέου τύπου κομμουνιστικό φορέα.  Ο "Εργατικός Αγώνας" φρονεί ότι κομμουνιστικό κόμμα της εποχής θα είναι το ΚΚΕ αποκαθαρμένο απ' τα καθοδηγητικά όργανα του και τις ιδεολογικοπολιτικές στρεβλώσεις τους.  Δηλώνει ότι θα στρατευτεί μ' όλες τις δυνάμεις του σ' αυτόν το στόχο.  Ο στόχος στενεύει κι άλλο απ' την αντίληψη που τον περιορίζει σε ενδοοικογενειακή υπόθεση κυρίως των μελών και οπαδών του ΚΚΕ.  Ακατανόητη είναι και αντίληψη που αρνείται τη προώθηση αντιιμπεριαλιστικών μετώπων, προτού λυθεί το ζήτημα του κόμματος!  Είναι απλουστευτική κυρίως η αντίληψη ότι το πρόβλημα περιορίζεται στην ηγεσία του ΚΚΕ.  Δογματισμός, σεχταρισμός και γραφειοκρατισμός διαβρώνουν το κόμμα ως όλο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΙΝ 27/7/2014

13/7/14

Επιστρατευμένη δημοκρατία εργαζομένων


του Αλέκου Αναγνωστάκη

Τα σημάδια είναι σαφή. Τον Φλεβάρη του 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ύστερα κι από γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, δημοσιεύει κανονισμό για τις απεργίες μετά τις απεργιακές κινητοποιήσεις που είχαν κάνει φιλανδοί ναυτεργάτες και σουηδοί οικοδόμοι. Στον κανονισμό συσχετίζεται το δικαίωμα στην απεργία με το σεβασμό των «οικονομικών ελευθεριών» και ιδιαίτερα της «ελευθερίας εγκατάστασης» και της «ελευθερίας παροχής υπηρεσιών», δηλαδή με την απρόσκοπτη –δίχως στην ουσία τις «απεργιακές ενοχλήσεις»– εφαρμογή της πολιτικής που υπηρετεί την καπιταλιστική κερδοφορία. Η άποψη αυτή, της απρόσκοπτης και ανώδυνης απεργίας, με διάφορες ανακοινώσεις και μορφές πλασάρεται από τις πρώτες απεργίες ως σήμερα: «Την απεργίαν των αμαξηλατών (αρχές Μαρτίου 1895), σημείωνε στην Ελλάδα η εφημερίδα Σκριπ στο φύλλο της 5ης Μαρτίου 1895, «ησθάνθησαν πολύ οι παρεπιδημούντες ξένοι, οι συνοδεύοντες κηδείας, οι προτιθέμενοι να τελέσουν τους γάμους των και οι αμαξηλάται. Κάτωθεν των μεγάλων ξενοδοχείων δεν έμεινε κάρο που να μη σταθμεύει, έτοιμο να μεταφέρη εις την Ακρόπολιν λόρδους και μαρκησίους και κόμητας. Εκτός των κάρων ενοικιάζοντο και όνοι εις τιμάς υπερόγκους».

Στην Αγγλία μετά τις εκατοντάδες χιλιάδες του δημόσιου τομέα που πήραν μέρος στις διαδηλώσεις και την 24ωρη απεργία της Πέμπτης, ο πρωθυπουργός Ντ. Κάμερον δεσμεύτηκε ότι θα περιορίσει τις εξουσίες των συνδικάτων.

Στην Ελλάδα το υπουργείο Εργασίας προαναγγέλλει αλλαγές του νόμου 1264/82 περί συνδικαλισμού.

Στις 10 Φεβρουαρίου του 2013 ο υπουργός Εργασίας Γ. Βρούτσης δήλωνε στο Βήμα πως «έχουν περάσει 30 χρόνια από τη θέσπιση του υφιστάμενου νόμου και οι εποχές και οι συνθήκες αλλά και οι ανάγκες του συνδικαλιστικού κινήματος επιβάλλουν…».

Πρόκειται φυσικά για εκλεκτική πρόσληψη του παλιωμένου και του καινούργιου. Θεωρείται π.χ. από κυβερνητικά και εργοδοτικά στελέχη παλιωμένος ο νόμος 1264, ενώ οι διατάξεις τις οποίες επικαλούνται –και μάλιστα κατά το δοκούν– για να επιστρατεύουν τους απεργούς είναι ακόμα παλιότερες! Θεωρείται παλιωμένος ο νόμος 1264 και νέος η επαναφορά του λοκ άουτ, της ανταπεργίας, που νομοθετήθηκε το 1976 επί κυβέρνησης της ΝΔ από τον τότε υπουργό Εργασίας Κ. Λάσκαρη και καταργήθηκε το 1982.

«Κατάλληλες επιστημονικές επεξεργασίες» συνοδεύουν την προσπάθεια. Στην ουσία πρόκειται για προκλητικούς, επικίνδυνους και αντιδραστικούς πολιτικούς ισχυρισμούς που στόχο έχουν την κατά παραγγελία μυστικοποίηση αντί της επιστημονικής τεκμηρίωσης, της πραγματικότητας, την προετοιμασία για την περαιτέρω ποδηγέτηση της εργατικής τάξης και του κινήματός της μπροστά στις ορέξεις του μεγάλου κεφαλαίου.

Το δικαίωμα της απεργίας σε διωγμό

Στις 11 Μάη του 2011 ο καθηγητής του εργατικού δικαίου Ι. Ληξουριώτης δημοσιεύει τη μελέτη Μεταμορφώσεις της εργασίας και η πορεία προς ένα «μεταπροστατευτικό» εργατικό δίκαιο στην οποία –εκφράζοντας βαθύτερους προβληματισμούς των «δυνάμεων της αγοράς»– αιτιολογείται «επιστημονικά» η αναγκαιότητα γενικότερων αλλαγών στην εργατική νομοθεσία: «Το σχηματισμένο από τις αλλεπάλληλες πατερναλιστικές παρεμβάσεις του κράτους, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, εργατικό δίκαιο, με επίκληση την προστασία του εργαζόμενου, ουσιαστικά αναιρεί τον οικονομικό νόμο της προσφοράς και της ζήτησης (που λειτουργεί με βάση το παράγγελμα της ελευθερίας) και εξοντώνει υπάρχουσες ή δεν αφήνει να ανθίσουν νέες θέσεις εργασίας, που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν με ένα εύκαμπτο νομοθετικό πλαίσιο».

Πρόκειται για αναίρεση της νεοφιλελεύθερης αρχής του περιορισμού, δήθεν, του κράτους. Ο ρόλος του κράτους εδώ διογκώνεται και καλείται να παρέμβει ξανά υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου, ώστε να προκαθορίζει και θωρακίζει νομικά τους όρους της ταξικής πάλης υπέρ της αστικής τάξης· να καθορίζει αυτό τις λειτουργίες και τις ανάγκες του συνδικαλιστικού κινήματος αντί αυτές να προσδιορίζονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τους· να καθορίζονται τελικά με βάση τους συσχετισμούς των «δυνάμεων της αγοράς» και τη δυναμική τους και όχι από τον κάθε εντεταλμένο, με υπουργική ή καθηγητική τήβεννο, του κεφαλαίου. Πρόκειται δηλαδή για προστατευτισμό υπέρ του κεφαλαίου, σε μια εποχή που η αστική τάξη ομνύει στην απόρριψη του προστατευτισμού.

Η αστική δημοκρατία εξελίσσεται σε υπεραντιδραστική. Ο ρόλος των αστικών κομμάτων εξασθενιζει, για να ενισχυθεί η άμεση παρέμβαση του κεφαλαίου. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί υπερδιογκώνονται. Η δικαιοσύνη γίνεται προκλητικά πιο ταξική. Ο στρατός αλλάζει. Ο ρόλος του συνδικαλιστικού κινήματος επανατοποθετείται.

Τα σχέδια ενάντια στην απεργία και στα συνδικαλιστικά δικαιώματα προωθούνται με βάση την αστική πολιτική συντριβής πλέον του εργατικού κινήματος και όχι αντιμετώπισής του ως «ισότιμου συνομιλητή» και ως «πυλώνα της αστικής δημοκρατίας», όπως συνέβαινε στη χρυσή τριακονατετία 1950-1970.

Οι αλλαγές που συζητούνται στο επιτελείο του υπουργείου Εργασίας αφορούν όλη τη δομή του νόμου περί συνδικαλισμού, τη λειτουργία των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων κ.λπ. Η κυβέρνηση με βάση το σκεπτικό του κανονισμού της Κομισιόν και τη γενικότερη αστική πολιτική στην ΕΕ προετοιμάζει τέσσερις ανατροπές:

Πρώτο, επαναφορά της ανταπεργίας (λοκ άουτ). Πρόκειται για το κλείσιμο της επιχείρησης από τον εργοδότη σε περιπτώσεις απεργιών διαρκείας των εργαζομένων. Το «δικαίωμα της ανταπεργίας» καταργήθηκε με το νόμο 1264/82, ωστόσο ορισμένοι εργοδοτικοί φορείς θέτουν –από καιρού εις καιρόν– το αίτημα της επαναφοράς του.

Δεύτερον, αλλαγή στον τρόπο λήψης των αποφάσεων για απεργιακές κινητοποιήσεις. Η προκήρυξη απεργίας, για να είναι νόμιμη, θα πρέπει να έχει υπερψηφιστεί από το 50%+1 των μελών του συνδικάτου και όχι της γενικής συνέλευσης.

Οι προτάσεις-ιδέες του υπουργείου που βρίσκονται στο τραπέζι έχουν κεντρικό στοιχείο την «έννοια της πλειοψηφίας» για τη λήψη απεργιακής απόφασης, όχι όπως αυτή καθορίζεται από τα εγκεκριμένα εκ των πρωτοδικείων καταστατικά των σωματείων, δηλαδή της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων στη γενική συνέλευση, αλλά από την πλειοψηφία όπως την ορίζει η κυβερνητική εξουσία, η οποία υποκαθιστά «χουντικώ δικαίω» τη δικαστική εξουσία, που είχε εγκρίνει τα καταστατικά: την πλειοψηφία των εργαζομένων που εργάζονται σε μια επιχείρηση ανεξάρτητα αν αυτοί είναι ή δεν είναι γραμμένοι στο σωματείο. Στην ουσία επαναφέρεται και γενικεύεται το «περίφημο άρθρο 4» του νόμου 1365/1983 για τις «κοινωνικοποιήσεις» των δημόσιων επιχειρήσεων κοινής ωφελείας επί κυβέρνησης Ανδρ. Παπανδρέου και υπουργού Οικονομίας Γ. Αρσένη, το οποίο δεν εφαρμόστηκε ποτέ λόγω της εργατικής αντίδρασης.

Η πολιτική αυτή ενισχύει συνειδητά την πολιτική της «περιφερόμενης κάλπης» στα γραφεία και στα τμήματα, την κατάργηση της συλλογικής σκέψης όπως αυτή καλλιεργείται στις συνελεύσεις, την υποτίμηση των συνελεύσεων στο όνομα των προβλημάτων που παρουσιάζονται για τη διενέργεια συνέλευσης.

Τρίτον, επανεξέταση του τρόπου και των πηγών χρηματοδότησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Τέταρτον, «αλλαγή στο καθεστώς των συνδικαλιστικών αδειών».

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση επιχειρεί άλλο ένα χτύπημα στο δικαίωμα του αγώνα στο χώρο εργασίας εκμεταλλευόμενη εκφυλιστικά φαινόμενα στη χρήση συνδικαλιστικών αδειών που οι ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ προώθησαν, «για να εξαγοράζουν και να κρατούν στο χέρι». Θα χτυπήσουν δηλαδή το «Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, των ελεγκτικών επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβαθμίων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους…»

13sel

Όπως αναφέρουν δημοσιεύματα ο νέος νόμος πρέπει να έχει ψηφιστεί μέχρι το τέλος Οκτωβρίου. Οι αλλαγές του συνδικαλιστικού νόμου στα «ευρωπαϊκά πρότυπα» (δηλαδή η επιστροφή στην εποχή Λάσκαρη), στο πλαίσιο της συμφωνίας που έκανε η τρόικα με την κυβέρνηση κατά την τελευταία αξιολόγηση, πρέπει να προχωρήσουν αφού «προηγηθεί διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους» ως τον Σεπτέμβριο του 2014. Οι αναφορές στο κείμενο της αξιολόγησης κάνουν σαφές ότι το βάρος των αλλαγών θα πέσει στον τρόπο λήψης των απεργιακών αποφάσεων.

Τα δημοσιεύματα αναφέρουν πως η «τρόικα πιέζει για το σκοπό αυτό». Πιέζει όμως ποιον και γιατί;

Στην πραγματικότητα η τρόικα χρησιμοποιείται από κυβέρνηση και ΣΕΒ σαν εργαλείο αλλαγής των συσχετισμών σε βάρος του εργαζόμενου λαού. Έτσι ώστε, πιέζοντας από κοινού κυβέρνηση, ΣΕΒ και τρόικα, να περνούν μέτρα που από μόνη της –δίχως ΕΕ και ΔΝΤ– η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να περάσει. Για την «εξυπηρέτηση» αυτή, η αστική τάξη στην Ελλάδα πληρώνει «ρεγάλο» και σε χρήμα και σε εθνική κυριαρχία στην τρόικα, δηλαδή στο γερμανικό κυρίως αλλά και το αμερικάνικο κεφάλαιο.

Στο υπό διαμόρφωση αυτό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο πρέπει να δει κάποιος την αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος από τη «θεότυφλη δικαιοσύνη».

Ο Άρης Καζάκος, καθηγητής Εργατικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στην εισήγησή του στην ημερίδα ελλήνων εργατολόγων το 2003 σημείωνε πως «από το 1985 μέχρι και το 2001 στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών “Νόμος” έχουν καταχωρηθεί 121 δικαστικές αποφάσεις για απεργιακές διαφορές. Από αυτές, οι 104 έκριναν παράνομη την απεργία, ενώ μόλις 17 την έκριναν νόμιμη». Την περίοδο 1999–2003 «έχουμε 143 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών… Σε αυτές τις 143 αποφάσεις έχουμε 128 για παράνομο χαρακτήρα της απεργίας, ενώ οι υπόλοιπες έχουν κριθεί νόμιμες». Δηλαδή το 85% των απεργιών κρίνονται παράνομες!

Ωστόσο καθώς πλησιάζουμε στην κρίση και στη διάρκειά της το φαινόμενο πλέον αποκτά ενδημικό χαρακτήρα: «Αποτελεί πια κοινό τόπο», αναφέρει στις 3 Φλεβάρη του 2013 ο καθηγητής της Νομικής Δημήτρης Τραυλός-Τζανετάτος, «όχι μόνο για τους ειδικούς, ότι το πολύπαθο και “ιερό” δικαίωμα της απεργίας βρίσκεται στη χώρα μας, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, χωρίς υπερβολή, σε “απηνή διωγμό” από τα δικαστήρια! Η εγγίζουσα τα όρια της μονομανίας αυτή στάση, η νομολογιακή αυτή πρακτική κατά του δικαιώματος της απεργίας, οδήγησε δικαίως σε, έστω μεμονωμένη αλλά πάντως δικαιολογημένη, αυστηρή κριτική και εκ των ένδον».

Εξαιρετικά ειδική πλευρά της δικαστικής βίας σε βάρος του εργατικού κινήματος αποτελεί το μέτρο της επιστράτευσης. Το 1979 επιστρατεύονται οι τραπεζικοί υπάλληλοι, όταν σαν αποτέλεσμα της απεργίας τους είχαν «παραλύσει» οι τράπεζες. Το 1983 οι οδηγοί – ιδιοκτήτες βυτιοφόρων. Το 1986 οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Το 1994 τα λεωφορεία πολιτών που είχαν συμβληθεί με τον ΟΑΣΑ. Το 2002 και το 2006 οι απεργοί ναυτεργάτες. Το 2010 οι απεργοί βυτιοφόρων Δ.Χ. Το μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης χρησιμοποιήθηκε περίπου μια φορά το χρόνο. Από και μετά όμως, και ειδικά το 2013 και το 2014, μέσα σε 18 μήνες έχουμε 4 (!) πολιτικές επιστρατεύσεις: των εργαζομένων στο μετρό, των απεργών της ΠΝΟ, των καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης και της ΔΕΗ.

Όλη η Ελλάδα ντυμένη στο χακί, τίγκα στα χημικά και στις καταδικαστικές αποφάσεις! Να σημειωθεί πως «η επιστράτευση στηρίζεται στο διάταγμα που καθορίζει ότι μια κατάσταση είναι έκτακτης ανάγκης, και τέτοια θεωρείται κάθε αιφνίδια κατάσταση προκαλούμενη είτε από φυσικά είτε από άλλα γεγονότα [...] και η οποία έχει αποτέλεσμα την παρακώλυση και τη διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας [...] Το ΝΔ 17/1974 εκδόθηκε πριν από την ισχύ του Συντάγματος του 1975 με βάση τις διατάξεις του Συντάγματος του 1952». (Τραυλός ο.π.).

Σχετική έννοια η νομιμότητα για κυβέρνηση και τρόικα

Από το 1871, που κηρύχτηκε «η πρώτη εν Ελλάδι απεργία» στην οποία 80 μεταλλωρύχοι κατέλαβαν ένα από τα κτήρια της ιταλογαλλικής εταιρείας Σερπιέρι-Ρου, η οποία εκμεταλλευόταν τα μεταλλεία του Λαυρίου (η απεργιακή κινητοποίηση κατεστάλη με την επέμβαση του στρατού και την απόλυση των απεργών), ως σήμερα οι εργαζόμενοι αντιμετώπισαν κατ’ επανάληψη την πυγμή της εργοδοσίας και της πολιτικής εξουσίας, η οποία δεν δίστασε να διατάξει ακόμη και την επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας για την καταστολή απεργιακών κινητοποιήσεων. Παράλληλα είχαν να αντιμετωπίσουν και τις επιθέσεις της πλειονότητας των εκδιδόμενων εφημερίδων.

12kato

Ιστορικά, αν παρατηρήσει κανείς πιο λεπτομερειακά, θα δει πως έπειτα από κάθε συνολικό χτύπημα και υποχώρηση του κινήματος σημειώνεται εξαιρετική συσσώρευση του κεφαλαίου. Μετεμφυλιακά, π.χ. το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 συνέτριψε –η Αριστερά δεν μπόρεσε πάλι να απαντήσει– το συνδικαλιστικό κίνημα που μόλις είχε αρχίσει να ανασυγκροτείται μετά την οπισθοχώρηση στον εμφύλιο. Άφησε άθικτη την τότε εργατοπατερική ΓΣΕΕ (η οποία χαιρέτισε με ενθουσιασμό την «Επανάστασιν» και κάλεσε τους εργάτες να γιορτάσουν την Πρωτομαγιά του 1967 στο Σύνταγμα υπό την προστασία των αρμάτων). Χτύπησε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που βρίσκονταν έξω από αυτήν και της ασκούσαν συστηματική αντιπολίτευση. Το χουντικό «Σύνταγμα» του 1968 όριζε ότι η κήρυξη απεργίας θα μπορούσε να γίνει μόνο για αυστηρά «οικονομικούς λόγους». Η ερμηνεία όμως του όρου «οικονομικός» ήταν άκρως ελαστική και υπαγόταν στην ευχέρεια των κατασταλτικών μηχανισμών του χουντικού καθεστώτος. Κι έτσι, πρακτικά, στην περίοδο 1967-73, υπό τη σύσταση του τότε υφυπουργού εργασίας «υπομονή στη φτώχεια» –για τους εργαζομένους– σημειώθηκε μια εκρηκτική συσσώρευση κεφαλαίου από την αστική τάξη.

Σήμερα ωστόσο δεν επιχειρείται μόνον αυτό. Η αντιδραστική και παρακμιακή πλέον αστική τάξη, στη δίνη της κρίσης, επιχειρεί ταυτόχρονα μια στρατηγικής σημασίας αναδιοργάνωση όλων των όρων εργασίας: αμοιβής, χρόνου, διαπραγμάτευσης. Επ’ αυτού λοιπόν και γι’ αυτό μιλάμε – αυτό το μη σύνηθες, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε!

Ο καπιταλισμός είναι «ίδιος γενικά» αλλά και σημαντικά διαφορετικός ειδικά καθώς αναπτύσσεται με τομές και άλματα, με ασυνέχειες μέσα στην εκμεταλλευτική του συνέχεια. Οφείλει λοιπόν απέναντι στον εαυτό του να αναπροσαρμόσει τις δομές του σύμφωνα με τα νέα δεδομένα για την εξυπηρέτηση των άμεσων και μεσοπρόθεσμων τουλάχιστον συμφερόντων.

Το κυριότερο νέο δεδομένο βρίσκεται στο ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να ενσωματώσει, δίχως σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία του, τις δυνάμεις που ο ίδιος παράγει, ιδιοποιείται και διαστρέφει: τα καινούργια υπεραυτόματα μηχανήματα, τις εκρηκτικές επιστημονικές και τεχνικές ανακαλύψεις και εφαρμογές, την ίδια τη σύγχρονη εργατική τάξη. Στην ουσία ο καπιταλισμός δεν χωρά στον εαυτό του. Γι’ αυτό και περιορίζει με κάθε μέσο, πετσοκόβει αδίστακτα και βίαια, ό,τι δεν χωρεί στα γερασμένα του όρια, και πρώτα απ’ όλα τη σύγχρονη, τωρινή και αυριανή εργατική τάξη.

Σε αυτή του την πολιτική δεν διστάζει να γελοιοποιεί τους κυβερνώντες τους οποίους –όπως τα χαρτομάντιλα– τους έχει για περιορισμένη χρήση.

«Όταν αντιμετωπίζετε τις κοινωνικές αντιδράσεις με εφαρμογή χουντικών μεθόδων –έλεγε πριν από τρία μόλις χρόνια ο Αντ. Σαμαράς– πυροδοτείτε την κοινωνική έκρηξη». Εγκαλούσε την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε επιβάλει την επιστράτευση των φορτηγατζήδων και είχε επιτεθεί στους αγρότες των Σερρών με το μέτρο της «απαγόρευσης των συναθροίσεων».

Ήταν στις 14 Απρίλη του 2006 που ο συνταγματολόγος και βουλευτής Β. Βενιζέλος κατέθετε αιτιολογική έκθεση στη Βουλή για την «κατάργηση της δυνατότητας πολιτικής επιστράτευσης εργαζομένων που απεργούν, όχι γιατί συντρέχουν οι αυστηρά προσδιορισμένοι από το Σύνταγμα λόγοι επίταξης προσωπικών υπηρεσιών αλλά απλώς και μόνο για να αντιμετωπιστεί μια απεργιακή κινητοποίηση»! Ήταν μόλις το 2006 που ο συνταγματολόγος Ανδρ. Λοβέρδος δήλωνε πως «ανθρώπινες ελευθερίες και δικαιώματα διακυβεύονται κατά την εφαρμογή της πολιτικής επιστράτευσης».

Όλο και λιγότεροι είναι φυσικά οι αφελείς που θεωρούν ότι «αυτοί» πίστευαν όσα έλεγαν. Γίνεται πιο ορατό πως η νομιμότητα την οποία υπηρετούν είναι γι’ αυτούς σχετική έννοια στην οποία δίνουν το περιεχόμενο που τους συμφέρει ανάλογα με την πολιτική συγκυρία, την εκάστοτε σκοπιμότητα και τους συσχετισμούς. Εντούτοις έχει τη δική του αξία να γνωρίζουμε πώς «αυτοί εκεί πάνω» έχουν τοποθετηθεί για να επιβάλουν την πολιτική τους. Διότι τα μέσα που χρησιμοποιούν, αυτά τα οποία οι ίδιοι έχουν αποκαλέσει «χουντικές μεθόδους», «καταχρηστική εφαρμογή εξουσίας», «διακύβευση ανθρώπινων ελευθεριών και δικαιωμάτων», αποκαλύπτουν τελικά το σκοπό τους, το μέλλον που επιφυλάσσουν

ΠΡΙΝ 13/07/2014

7/7/14

Στρατηγικές διαφορές ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΣΥΡΙΖΑ


 Ο νέος τύπος πολιτικής παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς δεν πρέπει να εξαντλείται στην εκλογική καμπάνια, στην πειθώ για την υφαρπαγή της ψήφου, στην ατελέσφορη κυβερνητική εναλλαγή. Πρέπει να βασίζεται στην τεκμηρίωση της ορθότητας και αμεσότητας του αντικαπιταλιστικού προγράμματος: στο κίνημα και την ταξική πάλη.


Γράφουν: Παναγιώτης Μαυροειδής, Δημήτρης Γρηγορόπουλος

Πολιτική εμβέλεια αλλά και αστάθεια

Στα «πέτρινα χρόνια», στην αυγή της δεκαετίας του 1990, αλλά και αρκετά χρόνια μετά, οι κατά καιρούς σχηματισμοί της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς (Μαχόμενη Αριστερά, ΜΕΡΑ, καθώς και άλλες παράλληλες προσπάθειες) συγκέντρωναν το ενδιαφέρον 5.000-10.000 ανθρώπων και την εκλογική στήριξη περίπου 10.000-20.000.

Ποια ήταν η «αξία χρήσης» αυτών των βηματισμών στα αγκάθια εκείνης της δύσκολης περιόδου; Ένας περιορισμένος κύκλος αγωνιστών της κομμουνιστικής Αριστεράς παρακολουθούσε μια απόπειρα επανατοποθέτησης του κομμουνιστικού προτάγματος, σε συνθήκες σύνθλιψής του από τα κινεζικά τανκς στην Τιέν Αν Μεν και ταφής του από τις πέτρες τού υπό κατάρρευση Τείχους του Βερολίνου. Ήταν μια στάση αντίστροφη στο βασικό ρεύμα: την απόλυτη προσχώρηση της Αριστεράς στην αστική στρατηγική σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τόσο άμεσα πολιτικά, με τις συγκυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, όσο και ιδεολογικά με την κυριαρχία των ιδεολογημάτων του «σοσιαλισμού της αγοράς», του ευρωπαϊσμού και της κήρυξης του «τέλους των αφηγήσεων» επαναστατικής χειραφέτησης.

Αυτή η πολιτική παρακολούθηση και αναιμική στήριξη δεν περιείχε κάποιας μορφής προσμονή ή απαίτηση από την αντικαπιταλιστική Aριστερά, σε σχέση με την τρέχουσα πολιτική πάλη, ούτε είχε κάποιο πολιτικό «διά ταύτα» για ευρύτερες μάζες εργαζομένων. Ήταν περισσότερο η στήριξη στο δικαίωμα να «ανασαίνει κάποιος με καλάμι» και «μετά βλέπουμε». Και ίσως να μας αρκούσε αυτή η ενθάρρυνση.

Σήμερα δεν είμαστε σε αυτή την κατάσταση. Την ΑΝΤΑΡΣΥΑ την γνωρίζει η συντριπτική πλειοψηφία των ενεργών πολιτικά πολιτών σε όλη την Ελλάδα. Όχι μόνο χάρη και κυρίως στο θελκτικό της όνομα: εκατοντάδες χιλιάδες αριστερών και κομμουνιστών, που κατά βάση ακολουθούν και έχουν αναφορά τους τον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ, γνωρίζουν, ενδιαφέρονται, κρίνουν, έχουν γνώμη και απαίτηση για ό,τι διακηρύσσει, κάνει ή δεν κάνει η αντικαπιταλιστική Aριστερά. Στον σύντομο χρόνο ζωής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ένας μεταβλητός αριθμός από αυτή τη στεφάνη τη στηρίζει και εκλογικά, δίνοντάς της κατά περίπτωση 20, 75, 30, 130 ή 45.000 ψήφους σε γενικές εκλογικές κάλπες και σημαντικότατη υποστήριξη σε εκλογές συνδικάτων, φοιτητικών συλλόγων και αλλού. Οι ίδιοι οι κομματικοί σχηματισμοί της κοινοβουλευτικής διαχειριστικής και ρεφορμιστικής Αριστεράς δεν μπορούν να αγνοήσουν την ευρεία αναζήτηση για έναν τρίτο πόλο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ πότε πολιορκεί με «επιθέσεις φιλίας» πότε εξορκίζει τα «αριστερά γκρουπούσκουλα». Το ΚΚΕ σε μόνιμη πλέον βάση φροντίζει να στήνει υγειονομικές ζώνες γύρω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με μια ακατάσχετη συκοφάντηση, αχρείαστη για ένα ρεύμα υποτίθεται μικρής εμβέλειας.

Όποια στάση κι αν έχει κανείς στο μετωπικό εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αναγνωρίζει τη νέα αυτή ποιότητα, τις δυνατότητες και την αστάθεια που τη χαρακτηρίζουν.

Η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Εχει όμως τον ίδιο χαρακτήρα το «κοίταγμα» προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα σε σχέση με αντίστοιχες απόπειρες του παρελθόντος; Υπάρχουν κοινά στοιχεία, εντοπίζονται όμως και πολύ μεγάλες διαφορές.

Οπωσδήποτε η διακήρυξη μιας κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης σήμερα, η αναζήτηση ενός σύγχρονου επαναστατικού κομμουνιστικού προγράμματος, έχει διαφορετική νομιμοποίηση σήμερα, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και τέλους των βεβαιοτήτων για την αιωνιότητα του καπιταλισμού. Το κυριότερο όμως είναι ότι η επανάσταση και ο κομμουνισμός συνδέονται πλέον με μιαν άμεση αντικαπιταλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση. Η πρόταση αυτή αναγνωρίζεται όχι σαν εξωτική ιδεολογική αναφορά ταυτότητας, αλλά σαν εν δυνάμει στοιχείο, σαν πιθανός άξονας μιας πολιτικής διεξόδου από το περιβάλλον της κοινωνικής καταστροφής που επέβαλε η αστική τάξη στην Ελλάδα, μαζί με την τρόικα και την ΕΕ, ειδικά μέσω των Μνημονίων.

Η ίδια αλλαγή ματιάς των εργαζομένων αφορά φυσικά και τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Το ερώτημα «τι μπορείτε εσείς να πείτε και να κάνετε τώρα που ξεθεμελιώνονται τα πάντα;», διαμόρφωσε νέους συσχετισμούς και όρισε νέους ρόλους σε αυτούς τους συσχετισμούς.

Αυτή η «χρήση» κομμάτων και πολιτικών ρευμάτων από μεριάς του ευρύτερου εργατικού λαϊκού παράγοντα και ειδικότερα μιας πολιτικής και κινηματικής πρωτοπορίας του θέτει επί τάπητος την ανάγκη νέας φυσιογνωμίας, νέας οργανωτικής συγκρότησης και ενός άλλου τύπου πολιτικής και ιδεολογικής παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς. Κάθε πολιτική δύναμη κρίνεται απ’ την πρότασή της στη συγκυρία.

«Ποια είναι η διέξοδος που προτείνεται, λοιπόν, εδώ και τώρα;» είναι το πιεστικό πολιτικό ερώτημα που κλονίζει νωθρούς πολιτικούς προγραμματισμούς, γραφειοκρατικές ιεραρχήσεις και μονόπλευρες θεωρητικολογίες.

Γι’ αυτό ο νέος τύπος της πολιτικής παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς δεν πρέπει να εξαντλείται στην εκλογική καμπάνια, στην πειθώ για την υφαρπαγή της ψήφου, στην ατελέσφορη κυβερνητική εναλλαγή. Πρέπει να βασίζεται στην τεκμηρίωση της ορθότητας και αμεσότητας του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, στο κίνημα και την ταξική πάλη, στον προσδιορισμό του οργανωμένου λαού σαν υποκειμένου της αντικαπιταλιστικής πρότασης με πυρήνα μια νέα κομμουνιστική πρωτοπορία.

Αυτός ο τύπος πολιτικής παρέμβασης θα δίνει με αξιώσεις και τις εκλογικές μάχες, τις οποίες, αν και δεν είναι το προνομιακό πεδίο της επαναστατικής Αριστεράς, δεν πρέπει να τις υποτιμούμε. Το πρώτιστο όμως είναι να διευρύνεται και να χαλυβδώνεται στο κινηματικό, πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο, για να διεξαγάγει τις σκληρότατες ταξικές μάχες του παρόντος αλλά και του μέλλοντος. Η βασική αιτίαση κατά της αντικαπιταλιστικής τακτικής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ότι δεν αποτελεί πρόταση εξόδου απ’ τα προβλήματα της συγκυρίας, αφού δεν θέτει θέμα εξουσίας. Στον αντίποδα, όχι μόνον εξαίρεται η πολιτική ευφυΐα του ΣΥΡΙΖΑ, που επιβραβεύτηκε απ’ τη λαϊκή ετυμηγορία, αλλά παρουσιάζεται σαν μονόδρομος για την Αριστερά, με τη μια ή την άλλη μορφή, η στήριξη ή ανοχή της κυβερνητικής πρότασής του. Αυτή την κριτική ενορχηστρώνουν ασφαλώς ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και δυνάμεις εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αριστεροί διανοούμενοι. Αυτή η κριτική είναι ανυπόστατη. Εκφράζει την ταλάντευση ή και την υπόκλιση της μικροαστικής λογικής στον ισχυρό της στιγμής, δηλαδή τον ΣΥΡΙΖΑ. 

Πρώτον, είναι αβάσιμο να υποστηρίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει θέμα εξουσίας. Δεν θέτει βέβαια θέμα εξουσίας αλλά θέμα κυβερνητικής εναλλαγής, σχετικής δηλαδή αλλαγής του τύπου διαχείρισης με πλαίσιο έναν πιο ήπιο νεοφιλελευθερισμό. 

Δεύτερον, η ταξική λογική και η ιστορική εμπειρία πιστοποιούν ότι μια αριστερή κυβέρνηση, ακόμη κι αν έχει αγαθές προθέσεις, ιδίως αν αναλαμβάνει σε συνθήκες ύφεσης του κινήματος και χωρίς αριστερό μέτωπο στήριξης, είναι καταδικασμένη στην αποτυχία ή το συμβιβασμό. 

Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εντάσσεται καν σ’ αυτό το θεωρητικό σχήμα (όπως ο Σ. Αλιέντε). Έχει ήδη προσφέρει γη και ύδωρ στο οικονομικοπολιτικό εγχώριο και διεθνές σύστημα, για να λάβει τα ηνία της διακυβέρνησης. Ομνύει στην αδιαπραγμάτευτη διατήρηση του εθνικού πλαισίου της χώρας (ΕΕ-ΝΑΤΟ), δεν «σκίζει» πλέον τα Μνημόνια, αλλά απλώς «απεμπλέκεται» απ’ αυτά. Κάνει λόγο για «διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους» (όπως και το ΔΝΤ), ενώ ξεκίνησε απ’ τη διαγραφή του χρέους. Απ’ την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος υποχώρησε στον δημόσιο έλεγχό του. Κάνει άνοιγμα συγκυβέρνησης και συμμαχίας προς τη συστημική νεοφιλελεύθερη Κεντροαριστερά (πες μου τους φίλους σου…) καλώντας και την Αριστερά (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) σε συμμαχία προς αντιπερασμό στις πραγματικές πολιτικές επιδιώξεις του. Αυτός ο χαρακτήρας της κυβερνητικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ εξηγεί και την απήχησή του, αφού η άρχουσα τάξη, εγχώρια και διεθνική, δεν έχει εξαπολύσει πόλεμο εναντίον του (βλ. Βενεζουέλα). Απεναντίας, τον ανέχεται, ένα μέρος της τον στηρίζει, ενώ στο σύνολό της επιδιώκει την πλήρη αποποίηση εκ μέρους του του «λαϊκισμού». Η κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ έχει πράγματι απήχηση αλλά ως κυβέρνηση του συστήματος, όχι ως κυβέρνηση της Αριστεράς. Γι’ αυτό δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για την Αριστερά αλλά προς αποφυγή. 

Τέταρτον, ο μετριοπαθής αριστερός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ υποκατέστησε σχεδόν αυτόματα το ΠΑΣΟΚ μετά τον εκφυλισμό και την κατάρρευσή του στη συνείδηση μεγάλου μέρους των οπαδών και των στελεχών του. Αυτός ο κόσμος έχει ευαισθησία σε μια ρητορική αριστερή, τύπου ΠΑΣΟΚ όμως, προσδοκά παροχές και θεσμικές βελτιώσεις, χωρίς όμως αμφισβήτηση του εθνικού και διεθνούς συστημικού πλαισίου. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ αναπαράγει με επιτυχία τον «αστικό σοσιαλισμό» (Κ. Μαρξ, Κομμουνιστικό μανιφέστο) του πολιτικού χώρου του ΠΑΣΟΚ.

Πέμπτον, οι αριστεροί θαυμαστές του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να ψαλιδίσουν τον ενθουσιασμό τους για την κυβερνητική του πρόταση. Κατ’ αρχάς, διότι δεν είναι μεγαλοφυής σύλληψη των πολιτικών εγκεφάλων του ΣΥΡΙΖΑ αλλά γνωστή παρέκκλιση της Αριστεράς η συμμετοχή της σε αστικές κυβερνήσεις (μιλλερανισμός) ή και η ανάληψη της διακυβέρνησης με αστικούς όρους. Δευτερευόντως, σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι προδιαγεγραμμένη η αποτυχία και η ταξική προδοσία. Θυμίζουμε τη συντριβή της προτελαριακής επανάστασης στη Γερμανία το 1918-19 απ’ το κυβερνητικό σχήμα των σοδιαλδημοκρατών αλλά και την εμμενή επίσης πολιτική της συμμετοχής των ευρωκομμουνιστών σε αστικές κυβερνήσεις, που οδήγησε στον πολιτικό ευτελισμό και την αποσάθρωσή τους. Στα καθ’ ημάς: Την αυτοχειριαστική συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και Άγγλων αντί της πρόσφορης κατάκτησης της εξουσίας, την κατάπτυστη συμμετοχή του ΚΚΕ και του ΕΑΡ (προπάτορα του ΣΥΡΙΖΑ) στην κυβέρνηση της «κάθαρσης» με τον «άμωμο» Κ. Μητσοτάκη. Τέλος, ο ενθουσιασμός κάποιων αριστερών καλό είναι να αμβλυνθεί, γιατί εκτός απ’ τα εκλογικά κέρδη του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει άλλο εχέγγυο της κυβερνητικής ευδοκίμησής του. Εκτός αν πρεσβεύουν τον φιλοσοφικό πραγματισμό, που ταυτίζει την αλήθεια με την ωφέλεια και την επιτυχία…

Έκτον, η στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ εξωραΐζεται με την πρόβλεψη ότι η Αριστερά θα κατακτήσει την ηγεμονία κατά το σχήμα σύμφωνα με το οποίο ο κατακτημένος με τον ανώτερο πολιτισμό του κατακτά τον πολιτιστικά κατώτερο κατακτητή (Ελλάδα – Ρώμη). Κατά μία παραλλαγή η ηγεμονία θα επιτευχθεί με την ενίσχυση της Αριστερής Πλατφόρμας απ’ την Αριστερά και την αλλαγή συσχετισμού στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Ας αρχίσουμε απ’ το δεύτερο. Το πρόβλημα με την Αριστερή Πλατφόρμα δεν είναι η έλλειψη δυνάμεων (αριθμεί περίπου το ένα τρίτο των οργανωμένων δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ) αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης για σύγκρουση και ρήξη με την κυρίαρχη αστική γραμμή. Αρκείται σε σκιαμαχίες εντός των οργάνων του κόμματος, χωρίς να μεταφέρει τις ενστάσεις της στη βάση και στην κοινωνία. Εμμένει στην πολιτική της νομιμοφροσύνης προς την ηγεσία, για να συνεχιστεί απρόσκοπτη η πορεία προς τη διακυβέρνηση, αν και η ηγεσία προ πολλού και κατά πολύ έχει υπερβεί τα οποιαδήποτε όρια θα μπορούσε να θέσει μια αριστερή αντιπολίτευση.

Απ’ την άλλη, η ηγεμονία συχνά παρά την πολυχρησία της δεν κατανοείται σωστά. Μεταξύ αντιθέτων μπορεί να υπάρξει ηγεμονία τού ενός αν οι αντιθέσεις συνυπάρχουν και με μια στοιχειώδη ενότητα. Τι κοινό όμως ουσίας υπάρχει μεταξύ της αντικαπιταλιστικής ριζοσπαστικής Αριστεράς και της διαχειριστικής ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ; Η ηγεμονία έτσι νοούμενη μπορεί ν’ αποτελέσει φύλλο συκής για κάθε απαράδεκτο συμβιβασμό. Το πράττει ήδη η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ καλώντας την αριστερή σοσιαλδημοκρατία (έτσι την αποκαλεί) σε συμμαχία, προεξοφλώντας ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ θα ηγεμονεύσει…

Έβδομον, η αντίληψη για κάποια εκδοχή στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ στη φαντασίωση των θιασωτών του φαίνεται μονόδρομος. Οι δημιουργικοί και αδογμάτιστοι αριστεροί αποκλείουν άλλη μορφή προσέγγισης της αλλαγής και της εξουσίας. Μόνο με τη διαμεσολάβηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι βατή η εξουσία για την Αριστερά.

Πρόκειται για νεκρανάσταση της σταδιολογίας που παραπέμπει την κοινωνική αλλαγή στις ελληνικές καλένδες προτάσσοντας σαν αναπόφευκτο (μονόδρομο) τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ! Η αναγκαιότητα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ συνεπάγεται και μιαν άλλη «αναγκαιότητα»: αυτήν του κοινοβουλευτικού δρόμου – περιπάτου.

Η απολυτοποίησή του εγκλωβίζει την Αριστερά στις αυταπάτες της αστικής νομιμότητας. Μόνον σαν επικουρική μορφή πάλης έχει αξία χρήσης για το κοινωνικοπολιτικό κίνημα.

Ποιος θέτει θέμα εξουσίας; 

Στην πραγματικότητα μόνον η εργατική τάξη και οι πολιτικές εκφράσεις της θέτουν θέμα κατάκτησης της εξουσίας. Η αστική τάξη και πολιτικοί της εκπρόσωποι προσπαθούν να περιφρουρήσουν την εξουσία που κατέχουν για να αναπαράγουν το καπιταλιστικό σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς θέτει θέμα ανάληψης της διακυβέρνησης, την οποία υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιήσει σαν όργανο για την υλοποίηση ενός φιλολαϊκού προγράμματος. Σ’ αυτό έγκειται κατά τον ίδιο και τους επαινέτες του η πρωτοτυπία και η δύναμη της πρότασής του. Κατά την αστική αντίληψη και τον ζυμωμένο στη συνείδηση των μαζών κυβερνητισμό η κυβέρνηση είναι το αρμόδιο όργανο για την εφαρμογή προγράμματος αλλαγών στην κοινωνία. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν έχει τέτοια πρόταση, γιατί η φυσιογνωμία και η αποστολή της αποκλείουν την κυβερνητική διαχείριση του καπιταλισμού. Αυτό σημαίνει ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υστερεί έναντι του ΣΥΡΙΖΑ;

Στην πραγματικότητα οι ουσιαστικές αλλαγές για το λαό ταυτίζονται με την άρνηση της καπιταλιστικής κυβέρνησης με το ριζοσπαστικό εργατικό λαϊκό κίνημα. Μια κυβέρνηση διαχείρισης έχει αποδεχτεί το πλαίσιο των αστικών συμφερόντων και δεν έχει τη βούληση να προωθήσει αλλαγές που πλήττουν αυτά τα συμφέροντα. Αν επιχειρήσει τη σύγκρουση, ο ενδοκρατικός και ο συστημικός συσχετισμός εγχώριος και διεθνής, είναι συντριπτικός εις βάρος της. Ή θα εξαναγκαστεί κακήν κακώς σε αναδίπλωση ή θα ανατραπεί με τη βία.

Τις αλλαγές υπέρ της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων εκβιάζει το πολιτικό και εργατικό κίνημα με τη δύναμη των αγώνων και τη μαζικότητα.

Η εκάστοτε κυβέρνηση υποχωρεί για να σώσει το πιο σημαντικό στα αιτήματα των αγώνων, ιδίως σε εποχές κοινωνικού αναβρασμού και έντονων αντιθέσεων. Ανάλογα με την ανάπτυξη του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου και εντός του καπιταλισμού μπορεί να αποσπαστούν, με τους αγώνες ή και απ’ το φόβο κινηματικής έκρηξης, σοβαρές κατακτήσεις. Μην ξεχνάμε ότι η πρώτη κυβέρνηση Κ. Καραμανλή σε μιαν εκρηκτική ατμόσφαιρα λόγω της κυπριακής τραγωδίας και του δυναμικού κινήματος της Μεταπολίτευσης οδήγησε τη χώρα εκτός ΝΑΤΟ.

Αλλά και πρόσφατα το κίνημα στην έξαρση 2010-12 υπήρξε άμεσα ή έμμεσα ο κινητήρας ριζικών εξελίξεων: αποπομπή Γ. Παπανδρέου, φιλομνημονιακή στροφή ΝΔ, κυβέρνηση Παπαδήμου, παραμονή της χώρας εντός ευρωζώνης, PSI.

Η αντικαπιταλιστική Αριστερά θέτει θέμα εξουσίας στον καπιταλισμό με διττή έννοια: με την έννοια της δύναμης και επιρροής του κινήματος στην κυβέρνηση, ώστε να αποσπά κατακτήσεις και αυτή της δημιουργίας μέσω των αγώνων και των κατακτήσεων των υποκειμενικών προϋποθέσεων για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Αντικαπιταλιστική πρόταση

Η τριπλή εκλογική μάχη έδειξε πως υπάρχει το δυναμικό που μπορεί ν’ αποτελέσει τη μαγιά του αντικαπιταλιστικού μετώπου-πόλου. Καταγράφηκε κυρίως στο αποτέλεσμα των περιφερειακών εκλογών αλλά και στους δήμους και αγκαλιάζει ένα ποσοστό της τάξης του 2-3%. Αυτή η δυνατότητα καταγράφεται πολύμορφα στις εκλογές στα συνδικάτα, στους αγώνες του εργατικού λαϊκού κινήματος, στο νεολαιίστικο κίνημα. Ένα ευρύτερο όμως ρεύμα αριστερού κόσμου τείνει ευήκοον ους στις αντιλήψεις και τις προτάσεις μας, αλλά προς το παρόν προτιμά άλλες πολιτικές επιλογές, κυρίως την κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ.

Το μεγάλο και βασανιστικό ερώτημα είναι πώς θα εμπεδώσουμε αυτό το καταγραμμένο πλέον αντικαπιταλιστικό ρεύμα και, το κυριότερο, πώς θα το διευρύνουμε. Είναι δύσκολο, όχι όμως αδύνατο. Υπάρχουν οι γενικότεροι ταξικοί, πολιτικοί ιδεολογικοί παράγοντες στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και τον κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό, που διαμορφώνουν έναν σαφώς αρνητικό συσχετισμό σε βάρος του εργατικού λαϊκού κινήματος και των διεκδικήσεών του. Παράλληλα όμως μ’ αυτούς, στη διάρκεια της τελευταίας κρίσης, η κυρίαρχη ιδεολογία βασισμένη στην κοινωνική πραγματικότητα, που είναι απότοκη της μνημονιακής λαίλαπας αλλά και της ασφυκτικής εποπτείας απ’ την ΕΕ, καλλιεργεί μια λογική μειωμένων προσδοκιών και δυνατοτήτων, που την υιοθετεί και ο κυβερνητικός πόλος αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, με μιαν αριστερόστροφη ρητορική. Έτσι, ακόμη και οι ευρύτερες μάζες που συγκινούνται από τις αριστερές πολιτικές και τα οράματα θεωρούν ότι δεν είναι καιρός για την εφαρμογή αντικαπιταλιστικού προγράμματος, που τους φαίνεται στο άθλιο παρόν ουτοπικό και επικίνδυνο (χαρακτηριστικά η πρόταση εξόδου απ’ την ΕΕ και την Ευρωζώνη). Έτσι, αρκούνται στα λίγα, σίγουρα και ακίνδυνα που επαγγέλλονται και η συγκυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ σε διαφορετικό μείγμα και ιδεολογική εκδοχή. Σε θεωρητικό επίπεδο πρόκειται για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική καταπολέμησης της ακραίας φτώχειας και κάλυψης οριακών ομάδων. 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αυτοαναιρείται ως αριστερή εναλλακτική δυνατότητα, αν περιοριστεί στο ρόλο του αριστερού συμβουλάτορα ή του κριτικού υποστηρικτή του μίνιμουμ προγράμματος κοινωνικής σωτηρίας του ΣΥΡΙΖΑ ή αν αναλωθεί απλώς στην αποδόμηση της πρότασής του, όπως στείρα και μονόδρομα πράττει το ΚΚΕ. Είναι ανάγκη να ανασκευάσουμε το στερεότυπο που διαδίδει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και αριστεροί διανοούμενοι ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει πρόταση εξόδου απ’ την κρίση εξ ου και η κακοδαιμονία της. Πρέπει να αντιστρέψουμε τον θετικό και αρνητικό πόλο αυτού του σχήματος. Η επιβίωση και αξιοπρεπής διαβίωση του λαού (ανεργία, μισθοί, συντάξεις, φόροι, υγεία, παιδεία) δεν είναι ένα συστημικό μίνιμουμ, αλλά σήμερα αποτελεί αντικαπιταλιστική πολιτική, που διαλεκτικά συνδέεται με το ευρύτερο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα (έξοδος από ΕΕ και ευρώ, εθνικοποιήσεις, αναδιανομή εισοδήματος). 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει ν’ αποδείξει ότι το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα είναι άμεσα υλοποιήσιμο και ωφέλιμο. Γι’ αυτό πρέπει να τεκμηριώσει αναλυτικά το πρόγραμμά της και να πείσει ότι αυτό το πρόγραμμα μπορεί να υλοποιηθεί μόνο απ’ τον οργανωμένο λαό και τις πολιτικές οργανώσεις του και από καμιά αριστερή κυβέρνηση. Η ανάπτυξη του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και «προς τα κάτω» σε σύνδεση με τις άμεσες πιεστικές ανάγκες και «προς τα πάνω» σε σύνδεση με την απάντηση στο ζήτημα της επανάστασης είναι ζωτικό στοιχείο της δικής μας πρότασης εξουσίας. Αντίθετα, η απομάκρυνση από αυτή την προσπάθεια εξασθενίζει το ρόλο και την προοπτική της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Και πάνω απ’ όλα: πρέπει να τους «ταράξουμε» στους αγώνες και σε συγκλίσεις των πιο απλών μορφών έως και στρατηγικής φύσης, πάντα σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

ΠΡΙΝ 6/7/2014
 

23/6/14

Σταθεροποίηση στον δρόμο με την τρόικα


Προκλητική κυβερνητική προπαγάνδα για δήθεν μελλοντικά φιλολαϊκά μέτρα, μικρής εμβέλειας

Στη σταθεροποίηση που υπόσχεται η κυβέρνηση το μόνο σταθερό είναι η προσήλωση στην υλοποίηση του κοινού σχεδιασμού με την τρόικα. Ο υπουργός Οικονομικών και άνθρωπος των τραπεζών Γκίκας Χαρδούβελης, από το Γιούρογκρουπ του Λουξεμβούργου φυσικά επανέλαβε την προπαγάνδα για νέα εποχή που έρχεται. Όταν όμως έγινε πιο συγκεκριμένος ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα θα υλοποιήσει τα περίφημα 12 προαπαιτούμενα για να εξασφαλίσει τη δόση από την Τρόικα, τα έξι μάλιστα ως το τέλος του μήνα και τα υπόλοιπα μέσα στον Αύγουστο, ενώ άγνωστος παραμένει ο χρόνος της διαπραγμάτευσης της βιωσιμότητας του χρέους. Με δυο λόγια έρχονται αλλεπάλληλα και σκληρά μέτρα.

Τα έξι πρώτα προαπαιτούμενα της Τρόικας αφορούν περιορισμούς στις λαϊκές αγορές, την ουσιαστική κατάργηση των περιβαλλοντικών όρων στις επενδύσεις, φορολογικό γιουρούσι με συμψηφισμό επιστροφής ΦΠΑ και ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και κατάργηση φόρων υπέρ τρίτων σε βάρος των ταμείων, πίεση στα φαρμακεία και δημιουργία νέας αγοράς με την ιατροφαρμακευτική κάλυψη ανασφάλιστων, αντί της ασφάλισής τους. Παράλληλα νομοθεσία περί διαφθοράς κρατικών και κυβερνητικών στελεχών, που σε όλη την ΕΕ όπου τα λόμπι και οι μιζαδόροι οργιάζουν, χρησιμοποιείται σαν άλλοθι, αλλά και για τον ασφυκτικό κρατικό έλεγχο στις πολιτικές δυνάμεις.

Το δεύτερο πακέτο για τον Αύγουστο αφορά το τσεκούρωμα των επικουρικών συντάξεων με βάση τη “ρήτρα μηδενικού ελλείμματος”, την κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων που στηρίζουν τις επικουρικές αρμοδιότητας υπουργείου Εργασίας, το τέλος της προστασίας των δασών και τη τσιμεντοποίηση του αιγιαλών, τη δημιουργία της “μικρής ΔΕΗ” και το ολοκληρωτικό πέρασμα στους ιδιώτες, τον άμεσο προσανατολισμό του Δημοσίου στην εξυπηρέτηση του κεφαλαίου στο όνομα της “απαλλαγής από διοικητικά βάρη” και ρυθμίσεις για τα οικονομικά των κομμάτων με στόχο τον πολιτικό έλεγχο.

Στο μεταξύ προχωράει η υλοποίηση ήδη ψηφισμένων σκληρών μέτρων. Από 1η Ιουλίου έρχεται μείωση επικουρικών συντάξεων σύμφωνα με τους μνημονιακούς αντιασφαλιστικούς νόμους που υπέγραψαν Λοβέρδος-Κουτρουμάνης κ.λπ. Ακόμα θα εφαρμοστεί η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3,9%, από το οποίο το 2,9% αφορά τις εργοδοτικές εισφορές και λειτουργεί σαν ωρολογιακή βόμβα για τα ταμεία. Η κυβερνητική προπαγάνδα φυσικά εμφανίζει το 1% που αφορά τις εισφορές των εργαζομένων σαν... αύξηση για να χρυσώσει το χάπι.

Μετά τη συρρίκνωση της εκλογικής της βάσης, η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει ότι η πολιτική της αποδίδει και θα προχωρήσει σε κάποια φιλολαϊκά μέτρα, έστω και μικρής εμβέλειας. Μόνο που βρίσκονται στη σφαίρα της προπαγάνδας. Η μείωση της τιμής των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς ήταν τελικά …αύξηση, ενώ η επιστροφή του 13ου μισθού αφορά ελάχιστους δικαιούχους, για την ακρίβεια όσους καταγράψει η αξιολόγηση στο Δημόσιο ότι πέτυχαν το 90% των “στόχων” και για ποσό που δεν αντιστοιχεί με το καταργημένο δώρο.

Γίνεται ξεκάθαρο τι σήμαινε η προεκλογική θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πως η διαχείριση εντός μνημονιακών δεσμεύσεων, ευρωζώνης και ΕΕ δεν μπορεί παρά να έχει αντιλαϊκό χαρακτήρα. Τα περί διαπραγματεύσεων καταλήγουν σε δεσμεύσεις σαν και αυτές του Χαρδούβαλη στο Γιουρογκρουπ: “όλα τα προααπαιτούμενα θα υλοποιηθούν”. Ακόμα και το περίφημο ΕΣΠΑ που ο ΣΥΡΙΖΑ διαφημίζει σαν εργαλείο ξεπεράσματος της εξαθλίωσης εντός ΕΕ, δεν είναι παρά μηχανισμός εκβιασμού, όπως διαπιστώνει η “Αυγή” της περασμένης Τρίτης με τον πρωτοσέλιδο τίτλο “Βέτο της Τρόικας και για το ΕΣΠΑ”. Η εκταμίευση πόρων του ΕΣΠΑ προϋποθέτει για την ΕΕ εφαρμογή των καταστροφικών για την κοινωνία “μεταρρυθμίσεων”...

Αν κάτι πιέζει τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου αυτό δεν είναι παρά η λαϊκή οργή και αγανάκτηση, όπως αυτή καταγράφηκε στις ευρωεκλογές, αλλά κυρίως οι εργατικοί και λαϊκοί αγώνες. Είναι οι μαχητικές καθαρίστριες που δε συμβιβάζονται με την απόλυση από το υπουργείο Οικονομικών, οι σχολικοί φύλακες, οι εκπαιδευτικοί, η ΕΡΤ. Είναι η απήχηση, η αλληλεγγύη και αποδοχή που συναντούν, που αυξάνουν την πίεση στην κυβέρνηση. Όσο είναι αλήθεια ότι το παζάρι και η “μαϊμού” σύγκρουση Λοβέρδου-Μητσοτάκη, η παράταση της διαθεσιμότητας για πολλούς εργαζόμενους δεν έλυσαν κανένα πρόβλημα, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι οι καθυστερήσεις και ρωγμές στην εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής, ως αποτέλεσμα της λαϊκής κινητοποίησης, δίνουν το περιθώριο να υπάρξει αγωνιστική απάντηση.

Εξάλλου παρά τη ρητορική για πολιτική ανακούφισης, η κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να συνεχίσει στο γνωστό δρόμο που χάραξε με την τρόικα. Ο Σαμαράς στη συνέντευξή του στο “Βήμα” την περασμένη Κυριακή επιμένει στη γραμμή των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων που θα μας κάνουν “φυσιολογική χώρα”, όπως περιγράφει το ακροδεξιό επιτελείο του το καθεστώς Ειδικής Οικονομικής Ζώνης που ονειρεύεται. Στα θετικά της κυβέρνησης δεν περιγράφει κάτι παραπάνω από τη “φούσκα” του πρωτογενούς πλεονάσματος και την έξοδο στις αγορές. Σαν τρίτο βήμα τη διαπραγμάτευση με την τρόικα για τη βιωσιμότητα του χρέους. Αν κρίνει κανείς από τις ολέθριες συνέπειες του “κουρέματος” (PSI) και τη διαπραγματευτική λογική που καταγράφηκε με τη φράση του Σόιμπλε προς τον Στουρνάρα “ξέχνα το Γιάννη...”, καμιά αισιοδοξία δεν επιτρέπεται. Η αποδοχή των απαιτήσεων της τρόικας είναι στρατηγική που επιβάλλει το κεφάλαιο για να διασφαλίσει την πολύτιμη για τα κέρδη και την εξουσία του συμμαχία με την ΕΕ.

Εξάλλου παρά την αίσθηση ότι η κυβέρνηση υπαναχωρεί στο ζήτημα των απολύσεων στο δημόσιο, ο Βενιζέλος τα μάζεψε και ζητά “αυτοσυγκράτηση”, ενώ ο Μητσοτάκης ξεκαθαρίζει ο αριθμός των 7.000 απολύσεων που υπολείπονται για το 2014 θα συμπληρωθεί.

Παράλληλα ο Σαμαράς στέλνει μήνυμα, και κυρίως στα κέντρα οικονομικής εξουσίας, ότι θα προσπαθήσει να υπερβεί το εμπόδιο της προεδρικής εκλογής στις αρχές του 2015 συγκεντρώνοντας 180 βουλευτές, πράγμα που μοιάζει δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο και λόγω του τυχοδιωκτισμού πολλών βουλευτών, ανεξάρτητων ή όχι, που βάσιμα πιστεύουν ότι δεν θα επανεκλεγούν.

Μόνη ελπίδα λοιπόν είναι ένα λαϊκό κίνημα ανατροπής, που θα ακυρώσει την προσπάθεια σταθεροποίησης της κοινωνικής εξαθλίωσης που επιδιώκει η κυβέρνηση. Ένα κίνημα σύγκρουσης σε όλη τη γραμμή του μετώπου που θα επαναφέρει τις κλαδικές και πανεργατικές απεργίες που τόσο φοβάται η κυβέρνηση, την ελπίδα και την αυτοπεποίθηση του λαού.

Γιώργος Κρεασίδης, εφημερίδα ΠΡΙΝ, 22/6/2014

Αξιολόγηση πειθάρχησης για αντιλαϊκό δημόσιο


ΙΔΙΩΤΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ: Οι δημόσιοι υπάλληλοι ξανά στο στόχαστρο

Δημόσιος Τομέας. Το ανάθεμα των «ιθυνόντων» της δημοσιονομικής πολιτικής, μόνιμος στόχος και εύκολο θύμα των ΜΜΕ, εργαλείο χειραγώγησης και εξαγοράς συνειδήσεων για δεκαετίες από το αστικό πολιτικό σύστημα. Το «σπάταλο» και «αναποτελεσματικό» δημόσιο φιγουράρει ψηλά στη κλασική ερώτηση του «τις πταίει» για τη σαρωτική κρίση των τελευταίων ετών, και φυσικά οι εργαζόμενοι σε αυτό δεν μένουν στο απυρόβλητο.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις των μνημονίων έχουν εξαντλήσει (;) την εφευρετικότητά τους στη λήψη αντιλαϊκών μέτρων σε βάρος των εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Έτσι, πλάι στις μέχρι τώρα μεγάλες απώλειες στους μισθούς, στην αύξηση του χρόνου εργασίας, τον υποσκελισμό της μόνιμης εργασίας από την ελαστική (ωρομίσθιοι, συμβασιούχοι, ωφελούμενοι, κ.α.), την μεταφορά υπηρεσιών στους ιδιώτες (εργολαβίες, παροχή υπηρεσιών υγείας, παιδείας), την αποδόμηση υπηρεσιών κοινωνικής προσφοράς (ψυχική υγεία, μέριμνα για τοξικομανείς, κ.α.), την κατάργηση της μονιμότητας (που δεν αποτελεί πλέον ταμπού αφού οι πρώτοι διαθέσιμοι πέρασαν την πόρτα της εξόδου από το δημόσιο), έρχεται να προστεθεί το νέο σύστημα στην υπάρχουσα αξιολόγηση.

Η μεθοδευμένη, εδώ και χρόνια, προσπάθεια υποβάθμισης όλων των τομέων της δημόσιας παροχής υπηρεσιών είχε πάντα ως βασική επιδίωξη τη διεύρυνση του ρόλου της αγοράς σε όλα τα επίπεδα, αλλά και την εισαγωγή ιδιωτικοοικονομικών και ανταποδοτικών κριτηρίων, ακόμα και σε θεμελιώδεις αρμοδιότητες των διαφόρων επιπέδων διοίκησης. Ο νέος νόμος για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων έρχεται ως «φυσιολογική» εξέλιξη στην προσπάθεια αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα ως συμπληρωματικού της αγοράς, επιβάλλοντας το αντίστοιχο ιδεολογικό πλαίσιο του ανταγωνισμού και του ατομικού δρόμου.

Ένα τέτοιο δημόσιο απαιτεί σήμερα η κυρίαρχη πολιτική γιατί θέλει να τελειώνει με τις ανορθογραφίες των μόνιμων εργασιακών σχέσεων, των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, των δωρεάν παροχών περίθαλψης και παιδείας, των εργαζόμενων που μπορούν ακόμα να σκέφτονται και να σηκώνουν κεφάλι. Στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που οι αγορές και το τραπεζικό σύστημα διψούν για κερδοφόρα κίνηση κεφαλαίων και η ΕΕ και το αστικό μπλοκ δεν διστάζουν να στηρίζουν νεοναζιστικά κυβερνητικά μορφώματα, δεν μπορούν να υπάρχουν ακόμα ψήγματα εργασιακών ελευθεριών, κεκτημένα μισθολογικών εξελίξεων και δωρεάν παροχή υπηρεσιών.

Ο νόμος για την αξιολόγηση στο δημόσιο τομέα αποτελεί μια βαθιά αντιδραστική τομή που θα επιταχύνει την διάλυση των κρατικών δομών που έχουν κοινωνικό προσανατολισμό (παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια και πολιτισμός), ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσει τη λειτουργία των κατασταλτικών μηχανισμών και των υπηρεσιών που έχουν ως αποστολή τους την εφαρμογή των μνημονιακών αντιλαϊκών πολιτικών.

Αξιολόγηση πειθάρχησης για αντιλαϊκό δημόσιο

Οι υγειονομικοί θα αξιολογούνται με καλό βαθμό και δεν θα απολύονται, εάν συμμορφώνονται και αντιμετωπίζουν τους ασθενείς κυνικά σαν πελάτες.

Στην τελική ευθεία μπαίνει η σύγκρουση στο δημόσιο εν όψει των καταληκτικών ημερομηνιών για την περίφημη αξιολόγηση που θέλει να εφαρμόσει η κυβέρνηση. Μετά από μια πρώτη – εκλογική – αναβολή της εφαρμογής του μέτρου, ο πρώτος σταθμός σε μια σύγκρουση διαρκείας είναι η 30η Ιουνίου, οπότε και οι γενικοί διευθυντές θα επιμερίσουν τα ποσοστά των αξιολογούμενων εργαζόμενων.

Πρόκειται για μια διαδικασία που διαχωρίζει τους υπαλλήλους σε άριστους, μέτριους και ανεπαρκείς, με επιβεβλημένες ποσοστώσεις που πρέπει να τηρηθούν από τους αξιολογητές. Τουλάχιστον το 15% των υπαλλήλων σε κάθε υπηρεσία πρέπει να αξιολογηθούν ως ανεπαρκείς. Εξάλλου, οι εξαγγελίες του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για το νέο μισθολόγιο στο δημόσιο τομέα δείχνουν ότι ο βαθμός της αξιολόγησης θα συναρτάται πλέον με το μισθό του υπαλλήλου, με τη μορφή του πριμ παραγωγικότητας που θα το παίρνουν μόνο οι «άξιοι».

Οι συνέπειες της αξιολόγησης θα είναι πολλαπλές: Οι υπάλληλοι που κρίνονται ανεπαρκείς θα τροφοδοτούν τη δεξαμενή της διαθεσιμότητας και των απολύσεων, προκειμένου να επιτυγχάνονται κάθε φορά οι στόχοι για μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. Η συνάρτηση του μισθού με το βαθμό της αξιολόγησης καθιερώνει και στο δημόσιο τομέα τον ατομικό μισθό, κατ' αντιστοιχία με τις ατομικές συμβάσεις στον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, αναδεικνύεται και πριμοδοτείται μια ελίτ στελεχών που θα αποτελείται από ημέτερους και πρόθυμους, και η οποία, προκειμένου να διατηρήσει τα προνόμιά της, θα υποτάσσεται σε κάθε αυθαιρεσία των πολιτικών προϊστάμενων, θα υλοποιεί τις αντιλαϊκές κυβερνητικές πολιτικές και θα εκβιάζει τη συναίνεση των υφισταμένων κραδαίνοντας την απειλή της απόλυσης και της μισθολογικής υποβάθμισης. Όποιος εργαζόμενος επιμένει στο δρόμο της συλλογικής διεκδίκησης, της αντίστασης και του αγώνα, θα στοχοποιείται ως ανεπιθύμητος και μέσω της αξιολόγησης, θα χάνει τη δουλειά του ή θα βλέπει το μισθό του να μειώνεται. Έτσι επιχειρούν να τσακίσουν κάθε έννοια συλλογικότητας και αλληλεγγύης και να απονευρώσουν πλήρως τα σωματεία, να υποτάξουν πλήρως τη συνείδηση του εργαζόμενου, να διαλύσουν κάθε οργάνωση της τάξης μας.

Ο νόμος για την αξιολόγηση δεν έρχεται απλά να προστεθεί σε μια σειρά μέτρων με στόχο τους δημοσίους υπαλλήλους, όπως η σημαντική μείωση μισθών, η αύξηση του χρόνου εργασίας, οι διαθεσιμότητες – απολύσεις και η αυστηροποίηση του πειθαρχικού πλαισίου. Αποτελεί μια βαθιά αντιδραστική τομή που θα επιταχύνει την διάλυση των κρατικών δομών που έχουν κοινωνικό προσανατολισμό, όπως είναι οι κρατικές υποδομές της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας και του πολιτισμού, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσει τη λειτουργία των κατασταλτικών μηχανισμών και των υπηρεσιών που έχουν ως αποστολή τους την εφαρμογή και επιβολή των μνημονιακών, αντιλαϊκών πολιτικών. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με την αρμοδιότητα που δίνει ο νόμος στους Γενικούς Διευθυντές να επιμερίσουν τα ποσοστά των κλιμάκων βαθμολόγησης στις οργανικές μονάδες που ελέγχουν, πραγματοποιείται ταυτόχρονα με την αξιολόγηση των υπαλλήλων και αξιολόγηση οργανικών μονάδων με βάση την αποστολή τους. Ο Γενικός Διευθυντής θα επιλέξει τα Τμήματα και τις Διευθύνσεις που θεωρεί ότι είναι παραγωγικές και συμβάλλουν στην υλοποίηση και προώθηση των ασκούμενων πολιτικών – ακριβώς δηλαδή αυτών των πολιτικών που σπέρνουν τον κοινωνικό όλεθρο – επιβραβεύοντας τους υπαλλήλους που υπηρετούν σε αυτές τις μονάδες με άριστα. Αντίστοιχα, οι οργανικές μονάδες που ως αποστολή τους έχουν την εξυπηρέτηση και στήριξη των αδύναμων κοινωνικά ομάδων θα κρίνονται, σε αυτό το πλαίσιο, αντιπαραγωγικές και οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε αυτές θα παίρνουν χαμηλό βαθμό, με στόχο τελικά την κατάργηση αυτών των λειτουργιών ή την εκχώρησή τους στον ιδιωτικό τομέα ή τη λειτουργία τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Στην περίπτωση της υγείας για παράδειγμα, όπως καταγγέλλει το σχήμα της Ενωτικής Πρωτοβουλίας στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, κριτήριο για την αξιολόγηση των υγειονομικών θα είναι η πειθήνια και υπάκουη συμβολή τους στην ενίσχυση της επιχειρηματικής λειτουργίας του δημόσιου νοσοκομείου με ιδιωτικούς όρους Ανώνυμης Εταιρείας. Δηλαδή οι υγειονομικοί θα αξιολογούνται με καλό βαθμό και δεν θα απολύονται, εάν συμμορφώνονται με τους κανόνες που θα τους επιβάλλουν να αντιμετωπίζουν τους ασθενείς κυνικά σαν πελάτες. Θα στοχεύεται η ασφυκτική μείωση του χρόνου νοσηλείας των ασθενών με κριτήριο την τσέπη τους και θα επιδιώκεται η ασφυκτική πληρότητα των τμημάτων. Θα πιέζονται οι υγειονομικοί να επιτυγχάνουν, με κάθε τρόπο και κάθε κόστος, αποδοτικό «τζίρο» για τον προϋπολογισμό των κλινικών τους ώστε να υπάρχει θετικός ισολογισμός υπό τον φόβο του κλεισίματος του τμήματος και της διαθεσιμότητας/απόλυσης. Θα επιδιώκεται η αύξηση της συνταγογράφησης φθηνών αντιγράφων γενόσημων φαρμάκων, θα ενταθεί η στήριξη των ιδιωτικών απογευματινών ιατρείων και απογευματινών ιδιωτικών χειρουργείων (ασθενείς δύο ταχυτήτων) και θα αυξηθούν οι συμμετοχές/ πληρωμές των ασθενών για εξετάσεις και θεραπείες.

Στρατηγικός στόχος είναι να οικοδομηθεί ένα κράτος «ευέλικτο», «μικρό» και «επιτελικό». Τι σημαίνουν αυτοί οι όροι που εδώ και χρόνια προπαγανδίζονται από κυβερνήσεις, διεθνείς καπιταλιστικούς οργανισμούς όπως ο Ο.Ο.Σ.Α. και το Δ.Ν.Τ., από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κυρίαρχα ΜΜΕ; Σημαίνουν ότι η στρατηγική της αστικής τάξης εδώ και κάποιες δεκαετίες, και ειδικά σήμερα, στην εποχή της παγκόσμιας, βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, επιβάλλει ένα κράτος απαλλαγμένο από βαρίδια του παρελθόντος, όπως είναι τα υπολείμματα κοινωνικού κράτους, κράτους πρόνοιας και ελεγκτικών μηχανισμών της λειτουργίας της αγοράς, καθώς και το μοναδικό, ίσως πια, παράδειγμα σταθερών εργασιακών σχέσεων και συλλογικής διεκδίκησης σε μια αγορά εργασίας στην οποία κυριαρχούν οι ελαστικές σχέσεις, οι ατομικές συμβάσεις, οι απολύσεις και η κατάργηση της όποιας τυπικής προστασίας της εξαρτημένης εργασίας από το κράτος. Αυτό το κράτος είναι το κατάλληλο εργαλείο για να διεξαγάγει και να ολοκληρώσει την επίθεση κατά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων στο πλαίσιο της στρατηγικής του ξεπεράσματος της καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου.

Το δημόσιο που θέλουν να φτιάξουν θα είναι ανοιχτά εχθρικό απέναντι στην εργαζόμενη πλειοψηφία, με περισσότερους και βαθύτερους ταξικούς φραγμούς. Οι υπηρεσίες που θα παρέχει θα είναι χειρότερες και ακριβότερες για τους πολίτες. Γι΄ αυτό και το αίτημα για κατάργηση του νόμου δεν είναι συντεχνιακό και πρέπει να γίνει υπόθεση της αγωνιζόμενης κοινωνίας και της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Ο νόμος για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα. Η ΑΔΕΔΥ έχει κηρύξει απεργία διαρκείας σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή - σύμπραξη των υπαλλήλων στα διάφορα στάδια της διαδικασίας αξιολόγησης (επιμερισμός ποσοστών, αυτοαξιολόγηση, αξιολόγηση κλπ), ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία συλλογής δεκάδων χιλιάδων υπογραφών εργαζομένων ενάντια στο νόμο που αρνούνται να συμπράξουν στη διαδικασία. Ας μη γελιόμαστε όμως. Η πραγματική μάχη θα δοθεί αναγκαστικά από τα πρωτοβάθμια σωματεία και τις γενικές συνελεύσεις. Ήδη δεκάδες σωματεία, με αποφάσεις γενικών συνελεύσεων, αρνούνται να υπακούσουν και δηλώνουν ότι δεν θα συμπληρώσουν και δεν θα καταθέσουν τα φύλλα αξιολόγησης. Ο συντονισμός στο επίπεδο των πρωτοβάθμιων σωματείων θα είναι αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση αυτής της μάχης, δεδομένου ότι από πλευράς κυβερνητικού – εργοδοτικού συνδικαλισμού ο αγώνας αυτός υπονομεύεται, είτε ανοιχτά, είτε έμμεσα, καλλιεργώντας αυταπάτες ότι ο τάδε ή δείνα κλάδος θα εξαιρεθεί της διαδικασίας και παραμένοντας στο πλαίσιο μιας ακίνδυνης διαμαρτυρίας με δηλώσεις, υπογραφές και προσφυγές στη δικαιοσύνη.

Βασική προϋπόθεση για έναν αποφασιστικό και ανυποχώρητο αγώνα διαρκείας είναι η οργάνωση και ο συντονισμός από τα κάτω, με την οικοδόμηση ενός ανεξάρτητου κέντρου αγώνα που θα περιλαμβάνει και τις σημαντικές αντιστάσεις που έχουν προκύψει σε ομάδες εργαζομένων, όπως οι διοικητικοί υπάλληλοι των πανεπιστημίων, οι απολυμένες καθαρίστριες του δημοσίου, οι απολυμένοι της ΕΡΤ, κ.λπ., και θα εντάσσει τα κλαδικά και επιμέρους αιτήματα σε ένα διευρυμένο, γενικότερο πλαίσιο διεκδίκησης της κατάργησης όλων των αντεργατικών και αντιλαϊκών νόμων. Μια νίκη του αγώνα κατά της αξιολόγησης θα επιφέρει ένα σημαντικό πλήγμα στο ξεδίπλωμα της αντιλαϊκής επίθεσης και θα ανοίξει το δρόμο και για άλλες πιο συνολικές νίκες. Ρίχνοντας το βάρος ιδίως στους κρίσιμους μαζικούς τομείς της υγείας, των εργαζόμενων στους δήμους, της εκπαίδευσης, οι οποίοι, είναι ταυτόχρονα και οι τομείς που είναι πιο κοντά στην κοινωνία και τις ανάγκες της, οι αγωνιζόμενοι κλάδοι μπορούν να καταδείξουν στον κόσμο την ανάγκη ενός πανκοινωνικού αγώνα που θα βάλει φραγμό στη διάλυση των όποιων κοινωνικών πολιτικών έχουν απομείνει και θα απαιτήσει να φύγει η κυβέρνηση, η τρόικα και οι βάρβαρες πολιτικές τους.

Οικοδόμηση ανεξάρτητου κέντρου αγώνα

ΣΥΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ, ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ 30ης ΙΟΥΝΙΟΥ

Ο νόμος για την αξιολόγηση έχει ξεσηκώσει ήδη αντιδράσεις στους δημοσίους υπαλλήλους. Πέρα από την απόφαση της ΑΔΕΔΥ για απεργία-αποχή από τα καθήκοντα που συνδέονται με την εφαρμογή της διαδικασίας για κάθε εμπλεκόμενο σε αυτή, έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες συνελεύσεις πρωτοβάθμιων σωματείων με μεγάλη συμμετοχή των εργαζομένων και έχουν παρθεί αποφάσεις για ανυπακοή στην αξιολόγηση και για μέτρα που πρέπει να λάβουν τα σωματεία προκειμένου να ακυρώσουν το νόμο στην πράξη. Κατά χιλιάδες οι δημόσιοι υπάλληλοι αποφασίζουν να μη συντάξουν και να μην καταθέσουν τα φύλλα αξιολόγησης. Στον μαζικό τομέα της αυτοδιοίκησης, πάνω από εκατόν πενήντα δημοτικά συμβούλια, μετά από παρεμβάσεις των σωματείων των υπαλλήλων των δήμων, έχουν πάρει απόφαση να μπλοκάρουν την εφαρμογή της αξιολόγησης μη προβαίνοντας στην απόφαση επιμερισμού των ποσοστών.

Οι εκπρόσωποι του κυβερνητικού συνδικαλισμού της ΔΑΚΕ και μέρους της ΠΑΣΚ στην ΑΔΕΔΥ, όπως φάνηκε και στην πρόσφατη διαδικασία της Εκτελεστικής Επιτροπής στις 17 Ιουνίου από την οποία αποχώρησαν για να μην υπάρχει απαρτία και να μη ληφθούν αποφάσεις για την αξιολόγηση, κάνουν ό, τι μπορούν για να εμποδίσουν το συντονισμό των πρωτοβάθμιων σωματείων και των Ομοσπονδιών του δημοσίου, για να μην περάσει ένα αγωνιστικό πλαίσιο ικανό να μπλοκάρει το νόμο. Σε πλήρη ευθυγράμμιση με την δικομματική κυβέρνηση και εξυπηρετώντας τα συμφέροντά της επενδύουν σε μια εκτόνωση των αντιδράσεων στην κατεύθυνση της απλής καταγγελίας, χωρίς συγκρουσιακή μορφή. Όμως το σαμποτάρισμα που επιχείρησαν στις 17 Ιουνίου δεν πέτυχε. Με ομόφωνη απόφαση των υπολοίπων μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής θα πραγματοποιηθεί σύσκεψη των πρωτοβάθμιων σωματείων και των Ομοσπονδιών τη Δευτέρα, 23 Ιουνίου, προκειμένου να συντονιστεί η δράση των αγωνιζόμενων κλάδων το αμέσως επόμενο διάστημα, με δεδομένο ότι η πρώτη προθεσμία που αφορά την απόφαση επιμερισμού των ποσοστών λήγει στις 30 Ιουνίου.

Η ευκαιρία αυτή πρέπει να αξιοποιηθεί από τις αντικαπιταλιστικές συνδικαλιστικές και αγωνιστικές δυνάμεις για την οικοδόμηση ενός ανεξάρτητου κέντρου αγώνα που θα συντονίζει και θα ενοποιεί τις επιμέρους διεκδικήσεις και θα σχεδιάζει κοινές δράσεις στη λογική της υπέρβασης του υποταγμένου συνδικαλισμού και της σύγκρουσης με τις κυβερνητικές πολιτικές και τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Ένα τέτοιο συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορέσει να κερδίσει τη μάχη κατά της αξιολόγησης, να μπλοκάρει σε πρώτο χρόνο το σχεδιασμό της κυβέρνησης και της τρόικας και να περάσει στην αντεπίθεση, χτίζοντας κοινωνικά μέτωπα και διεκδικώντας και πετυχαίνοντας νίκες και σε άλλα πεδία.

ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ: Στην υπηρεσία των λαϊκών συμφερόντων

ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ Η ΜΑΧΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Το ζήτημα της αξιολόγησης εγείρει αναπόφευκτα, ζητήματα βαθύτερης προσέγγισης του χαρακτήρα και του ρόλου του δημοσίου τομέα, ειδικά σε μια περίοδο όξυνσης της επίθεσης. Το νέο σύστημα αξιολόγησης έρχεται ουσιαστικά να επιβάλλει βαθιές αντιδραστικές τομές, οι οποίες εκτείνονται πολύ πιο πέρα από τα εργασιακά δικαιώματα. Αν στις προηγούμενες δεκαετίες του κλασικού δικομματισμού ο δημόσιος τομέας αποτελούσε την αιχμή του πολιτικού εγκλωβισμού κοινωνικών δυνάμεων, διαμέσου του ζητήματος της εργασίας, σήμερα αποτελεί αιχμή πολιτικής ομηρίας διαμέσου του ζητήματος της ανεργίας. Η αξιολόγηση έρχεται να εγκαθιδρύσει ένα πολύ πιο εκβιαστικό μοντέλο καθυπόταξης των εργαζομένων, με το ερώτημα της απόλυσης να βρίσκεται πάντα στο προσκήνιο, ενώ παράλληλα έρχεται να ευθυγραμμίσει τις κυβερνητικές αντιδραστικές πολιτικές επιλογές, με το προσωπικό που θα πρέπει να τις εφαρμόσει.

Η ουσία της αντιπαράθεσης με την αξιολόγηση βρίσκεται στον ίδιο τον χαρακτήρα που θέλει να αποδώσει στο δημόσιο τομέα η αστική πολιτική στη συγκεκριμένη φάση εξέλιξης της καπιταλιστικής κρίσης. Διαφωνούμε με την αξιολόγηση γιατί καταρχήν διαφωνούμε με τις αξίες και τα κριτήρια ενός πολιτικού και οικονομικού συστήματος που διάκειται εχθρικά απέναντι σε οτιδήποτε δημόσιο, κοινωνικό και συλλογικό, αποθεώνοντας παράλληλα οτιδήποτε αγοραίο, ανταγωνιστικό και ιδιωτικό.

Η γιγαντιαία επιχείρηση μεταβίβασης δημόσιου πλούτου στο ιδιωτικό κεφάλαιο μέσα από διάφορες μορφές (ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, ιδιωτικοποίηση στρατηγικών τομέων και δημοσίων επιχειρήσεων) απαιτεί και αντίστοιχες οργανωτικές δομές και εργαζομένους «συμβατούς» και «συνεργάσιμους». Πολύ περισσότερο απαιτεί την αποσάθρωση των όποιων συλλογικών δομών και αντιστάσεων, όχι μόνο στο επίπεδο της δυνατότητας τους να αποτελούν φραγμό στους όποιους σχεδιασμούς αλλά και στο ιδεολογικό πεδίο, με την αποθέωση του ατομικού δρόμου και του χωρίς τέλος ανταγωνισμού. Η έννοια του «συλλογικού» αποτελεί τη βάση ακόμα και γι αυτόν τον φθαρμένο γραφειοκρατικό συνδικαλισμό που επικρατεί σήμερα στο δημόσιο τομέα, πόσο μάλλον για τις πραγματικές συλλογικές προσπάθειες συγκρότησης ενός διαφορετικού αγωνιστικού προτάγματος.

Το τελικό ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί, ειδικά από τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, συνδέεται με το ευρύτερο ζήτημα της εξουσίας και του εργατικού ελέγχου. Σε ποιον πρέπει να ανήκει ο δημόσιος τομέας τελικά και ποιος θα θέτει τις προτεραιότητες και τα κριτήρια στη λειτουργία του.

Σίγουρα δεν πρέπει να ανήκει σε κανέναν από τους εκπροσώπους του αστικού πολιτικού συστήματος που, για δεκαετίες τώρα, αντιμετώπιζαν τη δημόσια σφαίρα παροχής υπηρεσιών ως μέσο ατομικού πλουτισμού, εξαγοράς συνειδήσεων, χειραγώγησης των μαζών, εδραίωσης μιας κουλτούρας κρατικού – κομματικού εναγκαλισμού του συνδικαλιστικού κινήματος και τελικά ως μέσο εμπέδωσης και διατήρησης της υλικής και ιδεολογικής κυριαρχίας τους στα εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα.

Αντιθέτως, ο δημόσιος τομέας πρέπει να ανήκει σε όλους εμάς: στην πλατιά θιγόμενη κοινωνική πλειοψηφία, στους εργαζόμενους σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στους άνεργους, στις πολυάριθμες κοινωνικές ομάδες που βιώνουν τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης. Απαιτούμε να ανήκει σε μια κοινωνία που θέλει να σχεδιάσει τη ζωή της αλλιώς, ιεραρχώντας πάνω απ΄ όλα τις δικές της ανάγκες για υγεία, παιδεία, εργασία και κοινωνικές παροχές και η οποία θα θέσει και τα αντίστοιχα κριτήρια για την κάλυψη αυτών των αναγκών. Για την εξυπηρέτηση αυτής της κατεύθυνσης, στην πορεία της αντικαπιταλιστικής ανατροπής, οι εργαζόμενοι σε αυτόν θα λογοδοτούν και θα αξιολογούνται δημοκρατικά από τις συνελεύσεις των εργαζομένων και τον ευρύτερο εργατικό και λαϊκό έλεγχο, όχι στη λογική τήρησης της αστικής νομιμότητας, όπως μας νουθετούν συχνά οι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων, αλλά σε σχέση με την ουσία και το περιεχόμενο των δημόσιων πολιτικών, στην προώθηση μιας ταξικής προσέγγισης, που απέναντι στη γενικόλογη έννοια του «δημοσίου συμφέροντος», θα αντιτάξει τα ειδικά ταξικά συμφέροντα της θιγόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Εύη Πανδή, Γιώργος Κουμπούρας, Παναγιώτης Ψαθάς, 
εφημερίδα ΠΡΙΝ, 22/6/2014

ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ

Στους μεταγενέστερους - Μπ. ΜΠΡΕΧΤ