26/5/08

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΑΤΗ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΑΕΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ

«Είναι πολλά τα λεφτά Ευριπίδη!». Το επιχείρημα αυτό φαίνεται ότι υπερίσχυσε στη σχετική συζήτηση του πρωθυπουργού με τον υπουργό Παιδείας και αμέσως δόθηκε το σήμα ότι η κυβέρνηση προχωρά ακάθεκτη στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Είναι πράγματι πολλά τα λεφτά. Για να αναλογιστούμε σε τι ύψος θα φτάσουν τα δίδακτρα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, ας δούμε τις σημερινές τιμές στην ιδιωτική εκπαίδευση: Με σχετική έρευνα, εύκολα διαπιστώνεται ότι μια σχολική χρονιά στο νηπιαγωγείο σήμερα φτάνει να κοστίζει ως και 7.500 ευρώ. για την Α’ τάξη του Δημοτικού, η τιμή της σχολικής χρονιάς ανέρχεται μέχρι και 10.500 ευρώ! Ένα έτος στο Αμερικάνικο Κολέγιο σήμερα, που χαρακτηρίζεται επίσημα Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης και όχι τριτοβάθμιο ΑΕΙ, για κάποιον που θέλει να αποφοιτήσει σε τέσσερα χρόνια, ξεπερνά τα 7.000 ευρώ. Δεν θα ήταν καθόλου παράλογο λοιπόν να εικάσουμε ότι ένα πανεπιστημιακό έτος θα κοστίζει πολλαπλάσια τιμή απ’ τις παραπάνω, όταν τα εκπαιδευτήρια αυτά προβιβαστούν σε πανεπιστήμια και ένα ποσό της τάξης των 20-30 χιλιάδων ευρώ τη χρονιά θα χαρακτηριζόταν λογικό. Αν τώρα υποθέσουμε ότι στην πλήρη ανάπτυξή τους τα ιδρύματα αυτά θα εγγράψουν 100.000 φοιτητές, τότε ο συνολικός τζίρος ανά έτος για την ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση θα ανέλθει στο αστρονομικό ποσό των 21 δισ. ευρώ, ή με παλιότερες τιμές 0,7 τρισ. δραχμές!

Δυστυχώς, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν θα δυσκολευτούν να συγκεντρώσουν τόσους σπουδαστές. Ήδη σήμερα το ετήσιο κόστος ζωής ενός φοιτητή που σπουδάζει σε άλλη πόλη από αυτή της κατοικίας του, αγγίζει τις 10-12 χιλιάδες ευρώ το χρόνο. Αν μάλιστα απ’ τον προϋπολογισμό της για τις σπουδές των παιδιών μια οικογένεια αφαιρέσει το υπέρογκο κόστος των φροντιστηρίων, που είναι περιττά αν δεν επίκεινται εισαγωγικές εξετάσεις, τότε τα ετήσια δίδακτρα στα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν φαίνονται πια τόσο υψηλά. Πόσω μάλλον, που στα ιδιωτικά ιδρύματα καθένας εγγράφεται στη σχολή της επιλογής του, π.χ. ιατρική, πολυτεχνείο, οικονομικά, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Η προοπτική αυτή θα φανεί δελεαστική ακόμα και για οικογένειες που το πορτοφόλι τους δεν σηκώνει τέτοια έξοδα. Θα πυροδοτηθεί έκρηξη στην αγορά δανείων για σπουδές, κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο οι σπουδές ξεπληρώνονται με τόκο για δεκαετίες. Άλλωστε, τα φοιτητικά δάνεια αποτελούν και διατυπωμένη πρόταση της ΔΑΠ ως λύση στο πρόβλημα των τσουχτερών διδάκτρων. Η πολιτική υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης και συρρίκνωσης του δωρεάν χαρακτήρα της, έχει δημιουργήσει πλέον την υλική βάση για να αποκτήσουν τα ιδιωτικά ΑΕΙ πολυπληθή πελατεία.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα συντελεστεί στη χώρα μας μια άνευ προηγουμένου αναδιανομή πλούτου υπέρ των συμφερόντων εκείνων που θα επενδύσουν στο νέο αυτό Ελντοράντο.

Η πίτα των 2 δισ. ευρώ ετησίως είναι ικανή να εξηγήσει τη λυσσώδη εκστρατεία που έχει εξαπολύσει το κυβερνητικό επιτελείο υπέρ των ιδιωτικών ΑΕΙ. Το τελευταίο κρούσμα ήρθε από τον υπουργό Οικονομίας, Γ. Αλογοσκούφη, που μιλώντας την Πέμπτη σε ομογενείς της Αμερικής, τόνισε την πρόθεση της κυβέρνησης να επιτρέψει τη λειτουργία ιδιωτικών ΑΕΙ στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος. Αναζητούνται «πλούσιοι ιδιώτες», υποστήριξε χαρακτηριστικά, για να συνεισφέρουν στις σχετικές επενδύσεις. Με τόσο υψηλό οικονομικό διακύβευμα, πρέπει να θεωρείται βέβαιη (αν δεν έχει συντελεστεί ήδη) και η εξαγορά προσώπων με κοινωνική επιρροή, δημοσιογράφων, πολιτικών και ακαδημαϊκών, που θα διαφημίσουν και θα σπρώξουν προς το νέο καθεστώς την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

«Ό,τι πληρώνεις, παίρνεις», λέει ένας απ’ τους άγραφους νόμους της αγοράς, στην αγκαλιά της οποίας θέλει να στριμώξει πιο βαθιά η κυβέρνηση τα ΑΕΙ. Ισχύει μήπως το ίδιο για την ιδιωτική πανεπιστημιακή εκπαίδευση; Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο αντίθετο. Κατ’ αρχήν, στο πρότυπο των ιδιωτικών σχολείων της πλάκας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που έναντι αμοιβής χορηγούν απολυτήρια χωρίς να φοιτήσει ο μαθητής, θα δημιουργηθεί μια ανάλογη ζώνη ιδιωτικών ΑΕΙ (μένει να αποδειχτεί σε ποια έκταση) που στην ουσία θα αποτελούν μαγαζιά έκδοσης ψευδεπίγραφων τίτλων. Το φαινόμενο των πτυχίων μαϊμού με άριστα, που εξέδιδαν ΤΕΕ για να πλασαριστούν οι πελάτες τους στις πρώτες θέσεις των επιτυχόντων σε διαγωνισμούς του δημοσίου, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα, θα ευδοκιμήσει και στην ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση, αφού υπάρχει η σχετική ζήτηση. Όμως και όσα ιδιωτικά ιδρύματα τηρήσουν του τύπους, θα έχουν σοβαρά ποιοτικά μειονεκτήματα. Κατ’ αρχήν, θα διασπαστεί η ενότητα μεταξύ βασικής έρευνας και διδασκαλίας που ισχύει στο δημόσιο πανεπιστήμιο, δηλαδή οι φοιτητές των ιδιωτικών ΑΕΙ δεν θα γίνονται κοινωνοί των σύγχρονων κάθε φορά πορισμάτων της έρευνας. Τα ιδιωτικά ιδρύματα, πέρα από προγράμματα εφαρμοσμένης έρευνας, στενά προσδιορισμένης από αυτούς που την έχουν παραγγείλει και πληρώσει, δεν γίνεται να διαθέτουν κονδύλια και εξοπλισμό για τη βασική έρευνα, αυτή που αναμένεται να αποφέρει άμεσα αποτελέσματα και κέρδη. Ο τομέας αυτός της γνώσης θα αφεθεί αποκλειστικά στα δημόσια πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

Επιπλέον, τα ιδιωτικά ιδρύματα θα διασπάσουν και την ενότητα των επιστημονικών αντικειμένων, όπως αυτή εκφράζεται στο δημόσιο πανεπιστήμιο με τη συγκρότηση σχολών. Είναι ευνόητο πως κανείς ιδιώτης δε θα ιδρύσει Σχολή Θετικών Επιστημών, στην οποία θα περιλαμβάνεται το μη εμπορικό τμήμα Φυσικής. Θα ιδρυθούν αποκλειστικά ανεξάρτητα τμήματα, ανάλογα με τη ζήτηση των φοιτητών, δηλαδή ανάλογα με τις προτεραιότητες που ορίζει η αγορά εργασίας, π.χ. τμήμα Μοριακής Βιολογίας. Σε ένα ανεξάρτητο τμήμα όμως, με εξειδικευμένο πρόγραμμα και αποκομμένο από το συνολικότερο πλαίσιο της επιστήμης, χάνεται για το φοιτητή η συνολική επισκόπηση του αντικειμένου του, όπως εκφράζεται στο δημόσιο πανεπιστήμιο με το προγράμματα σπουδών που περιλαμβάνουν και ευρύτερα πεδία γνώσης. Η τάση που αναμένεται να ακολουθήσουν τα ιδιωτικά ΑΕΙ είναι η σκληρή εξειδίκευση σε περιοχές επιστημών, κάτι που δεν θ στενέψει μόνο το μορφωτικό ορίζοντα των σπουδών, αλλά και τα επαγγελματικά τους δικαιώματα.

Την επαγγελματική αποκατάσταση πάντως επικαλούνται ήδη αρκετοί επιχειρηματίες, που έχουν εκδηλώσει την επιθυμία να ιδρύσουν ιδιωτικά πανεπιστημιακά τμήματα για να στελεχώσουν τις επιχειρήσεις τους. Αν ευοδωθεί το σχέδιό τους, τόσο η επιστήμη όσο και η πτυχιούχοι των σχολών αυτών, θα βγουν ζημιωμένοι. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα μια ιδιωτική ιατρική σχολή. Η εμπειρία από τις ιδιωτικές κλινικές και η λογική υπαγορεύει ότι οι γυναικολόγοι π.χ. μιας τέτοιας σχολής θα προσανατολίζονται από τους δασκάλους τους στις γέννες με καισαρική και όχι στους φυσιολογικούς τοκετούς, ώστε το νοσοκομείο να εισπράξει νοσήλεια από εγχείρηση. Παραπέρα, η σύνδεση ενός προγράμματος σπουδών με τις στενές ανάγκες μιας επιχείρησης, καθιστά τον απόφοιτο σχεδόν άχρηστο για τις υπόλοιπες. Στην «εποχή της ευελιξίας», όπως λέγεται, που καθένας θα αλλάξει πολλές δουλείες, προτέρημα είναι η συνολική εποπτεία ενός αντικειμένου, όχι η γνώση μιας μόνο εφαρμογής, που φτηναίνει τελικά την εργατική δύναμη.

Ακόμα, η θέσπιση ιδιωτικών ιδρυμάτων αναμένεται να υποβαθμίσει δραστικά τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για τον ανταγωνισμό, το χτύπημα στο μονοπώλιο κ.λπ. κρύβουν το σημαντικότερο ζήτημα: Τα ιδιωτικά ΑΕΙ θα διεκδικήσουν και θα πάρουν μέρος από την ούτως ή άλλως πενιχρή κρατική χρηματοδότηση της παιδείας. Ήδη ο Ε. Στυλιανίδης, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα ‘Θέμα’ ξεκαθάρισε πως «η πολιτεία θα αντιμετωπίσει με ίσους όρους τους δύο τύπους ιδρυμάτων». Πόσω μάλλον, όταν τα ιδιωτικά ΑΕΙ θα έχουν και το μανδύα των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Με λίγα λόγια, το σημερινό καθεστώς υποχρηματοδότησης της παιδείας θα ενταθεί με άγνωστα αποτελέσματα.

Τελευταίο, αλλά ψηλά σε σημασία, είναι το γεγονός πως η έλευση των ιδιωτικών ΑΕΙ θα οξύνει αποφασιστικά την ταξικότητα τις τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το κοινωνικό «ασανσέρ» του ελληνικού πανεπιστημίου, που μέχρι τώρα έδινε τη δυνατότητα σε παιδιά εργατικών και φτωχών οικογενειών να ξεφύγουν από τη μοίρα τους, σπουδάζοντας και κατακτώντας μια καλύτερη θέση στον καταμερισμό εργασίας, βαθμηδόν θα καταργηθεί. Οι σπουδές και οι «καλές» σχολές θα προορίζονται πλέον για όσους έχουν να τις πληρώσουν.

ΠΡΙΝ 25/05/2008

ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ

Στους μεταγενέστερους - Μπ. ΜΠΡΕΧΤ